Ο αϋλοποιημένος Μαρξ ή το πνεύμα του Ντεριντά

Τεύχος 90, περίοδος: Ιανουάριος – Μάρτιος 2005

του Pierre Macherey
μετάφραση Τάσος Μπέτζελος

«Πώς μπορεί να είναι εδώ, εκ νέου, όταν ο χρόνος του έχει παρέλθει;»1

Το 1993 διοργανώθηκε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο μέλλον του μαρξισμού στις ΗΠΑ2, έναν από τους λίγους παγκοσμίως τόπους όπου το εν λόγω ερώτημα μοιάζει ακόμη και σήμερα να προκαλεί το ενδιαφέρον. Οι δύο διαλέξεις που, με αυτήν την ευκαιρία, ανέγνωσε ο Ντεριντά συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο Τα φαντάσματα του Μαρξ. Το εν λόγω λαμπερό και εμπνευσμένο βιβλίο (που, όπως και το μεγαλύτερο μέρος των όσων έχει γράψει ο συγγραφέας του, είναι ένα εξαίρετο έργο τέχνης, που έχει συνταχθεί με μια εκπληκτική μαεστρία, η οποία δεν αλλοιώνει καθόλου την τέλεια διαφάνεια της έκθεσής του) προτρέπει σε μια νέα ανάγνωση του έργου του Μαρξ, σε μια ελεύθερη επανιδιοποίηση της «κληρονομιάς» του, τόσο στο επίπεδο της θεωρίας όσο και στο επίπεδο της πρακτικής. Διότι, πρόκειται στ’ αλήθεια για μια κληρονομά, με την κυριολεξία του όρου: για εκείνο εν ολίγοις που, με κάθε έννοια, μπορεί να «επιστρέψει» από έναν νεκρό ή, κατά το κοινώς λεγόμενο, από έναν εκλιπόντα. Ο τίτλος του ντεριντιανού βιβλίου Τα φαντάσματα του Μαρξ αντηχεί προφανώς στον τίτλο του βιβλίου Ο Μαρξ είναι νεκρός, του J.-M. Benoist που εκδόθηκε το 19703. Ο πατέρας Μαρξ4 είναι νεκρός: ήρθε ο καιρός να επιστρέψει στα παιδιά του, να επιστρέψει σε εμάς, με τη μορφή στοιχειού ή φαντάσματος, για να του απευθύνουμε κελεύσματα, ικεσίες και εξορκισμούς, ή για να του επιστρέψουμε, όπως κάνει ο Άμλετ μπροστά στη σκιά του πατέρα του (η παραπομπή σ’ αυτήν τη σκηνή του σαιξπηρικού έργου επανέρχεται εν είδει leitmotiv κατά μήκος του ντεριντιανού κειμένου) την περίφημη φράση, την οποία ο ίδιος ο Μαρξ κατέστησε κληρονομιά του: «Well said, old Mole», «Σκάψε βαθιά, γεροτυφλοπόντικα!».

Η έκφραση «φαντάσματα του Μαρξ» γράφεται στον πληθυντικό διότι συνδυάζει τις δύο σημασίες της γενικής: την υποκειμενική και την αντικειμενική. Δεν δηλώνει μόνο ότι ο Μαρξ έγινε φάντασμα, για εμάς που είμαστε τα παιδιά του ή τα ορφανά του. Επικαλείται επίσης όλα τα φαντάσματα που στοιχειώνουν το έργο του Μαρξ, και του προσδίδουν, στο πλέον αναλλοίωτο φαινομενικά στοιχείο τού γράμματός του, μια κυριολεκτικά φα(ντα)σματική [spectrale] όψη. Ο Ντεριντά προτείνει στο βιβλίο του, κι εδώ βρίσκεται το ουσιώδες της θεωρητικής συνεισφοράς του, μια νέα ανάγνωση των έργων του Μαρξ στα πλαίσια της οποίας η αναφορά στα φαντάσματα παρεμβαίνει, όχι μόνο ως ένα σχήμα ρητορικού ύφους, αλλά και ως ένας προσδιορισμός των θέσεων που περιέχουν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η κληρονομιά του Μαρξ τείνει προς την πλευρά αυτού που ο Ντεριντά αποκαλεί «φαντασματολογία» [hantologie]: επιστήμη των φαντασμάτων, επιστήμη αυτού που επανέρχεται, και θα λέγαμε επίσης, επιστήμη του «πνεύματος», καθόσον αυτό συνιστά, κατά βάθος, αυτό που επανέρχεται, εν είδει κληρονομιάς5. Τα κείμενα αυτά είναι επί της ουσίας: ο πρόλογος του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, με την περίφημη επίκληση του «φαντάσματος του κομμουνισμού», το χωρίο της 18ης Μπρυμαίρ για την ανάσταση των νεκρών και την ιστορία ως επανάληψη, ο διάλογος με τον Στίρνερ για τον φαντασματικό χαρακτήρα της ανθρώπινης ουσίας στην Γερμανική Ιδεολογία, και τέλος, στο άνοιγμα του Κεφαλαίου, οι στοχασμοί που αναφέρονται στον αινιγματικό χαρακτήρα του εμπορεύματος και ιδιαιτέρως στον φετιχισμό της πολιτικής οικονομίας που κάνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να «επανέρχονται» στο φαντασιακό ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Αυτή η προνομιακή αναφορά στα «φα(ντα)σματικά» χωρία του μαρξικού έργου προϋποθέτει ότι η ερμηνεία του πνεύματός του γίνεται με έναν τρόπο που «φιλτράρει» την κληρονομιά του6 και αναδεικνύει τη διαφορετικότητα των συνιστωσών της, οι οποίες δεν είναι πανομοιότυπα φα(ντα)σματικές. Ο Ντεριντά χρησιμοποιεί συστηματικά την έκφραση «φαντάσματα του Μαρξ» στον πληθυντικό, γιατί θέλει επίσης να διαιρέσει και να διυλίσει το περιεχόμενό της. «Όχι χωρίς τον Μαρξ, δεν υπάρχει μέλλον χωρίς αυτόν. Χωρίς την ανάμνηση και την κληρονομιά του Μαρξ: όπως και να είναι με έναν κάποιο Μαρξ, με την ιδιοφυία του, με ένα τουλάχιστον από τα πνεύματά του. Γιατί αυτή θα είναι η υπόθεσή μας ή μάλλον η ειλημμένη μας θέση: υπάρχουν πλείονα του ενός, πρέπει να υπάρχουν πλείονα του ενός»7. Πρέπει να υπάρχουν περισσότερα του ενός πνεύματα του Μαρξ, όχι κατ’ ανάγκην ομοιογενή μεταξύ τους: «Αυτό στο οποίο πρέπει ακατάπαυστα να επιστρέφουμε, εδώ όπως και αλλού, σχετικά με αυτό όπως και με κάθε άλλο κείμενο (και αναγνωρίζοντας εδώ ακόμα σε αυτήν την αξία του κειμένου μιαν απεριόριστη εμβέλεια), είναι μια απαραμείωτη ετερογένεια, μια εσωτερική μη μεταφρασιμότητα κατά κάποιο τρόπο. Δεν αποτελεί αναγκαστικά αδυναμία ή θεωρητική αστάθεια. Η έλλειψη συστήματος εδώ δεν συνιστά ελάττωμα. Αντίθετα η ετερογένεια αφήνεται να διανοιχτεί από την έμφραξη εκείνου που αναζωογονείται, έρχεται ή μέλλει να έρθει –παραδόξως από το άλλο… Και δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ο Μαρξ συμφωνούσε με τον εαυτό του»8. Έτσι, το ζήτημα δεν είναι να διαφοροποιηθεί κανείς από τον Μαρξ, όπως προτείνουν όσοι αρνούνται την κληρονομιά του, θέλοντας έτσι να παραμείνουν ολοκληρωτικά κουφοί σ’ αυτό που εκφέρει η φωνή του φαντάσματος: θα έπρεπε κυρίως να διακρίνουμε τις εσωτερικές στο μήνυμά του αποκλίσεις, χωρίς να σταθούμε στην πλασματική ενότητα που ομόφωνα του αποδίδουν οι επαγγελματίες του μαρξισμού και του αντιμαρξισμού.

Με τις ιστορίες φαντασμάτων, ο Ντεριντά μοιάζει να ξαναπαίζει με την έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει ο Κρότσε ως τίτλο σε ένα βιβλίο του για την εγελιανή φιλοσοφία: «Αυτό που είναι ζωντανό, αυτό που είναι νεκρό». Ένα φάντασμα, είναι μία «εμφάνιση» που βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, το είναι και το μη-είναι, την ύλη και το πνεύμα, ενώ συνάμα καταργεί αυτούς τους διαχωρισμούς. Και μια κληρονομιά, είναι επίσης αυτό που έρχεται στους ζωντανούς από τους νεκρούς, και αποκαθιστά μια μορφή ενότητας μεταξύ ζωής και θανάτου. «Πρέπει να επωμιστούμε την κληρονομιά του μαρξισμού, να επωμιστούμε το πιο “ζωντανό” τμήμα δηλαδή, παραδόξως, εκείνο που δεν έπαψε να αναζωπυρώνει το ζήτημα της ζωής, του πνεύματος ή του φα(ντα)σματικού, το ζήτημα ζωή-θάνατος πέραν της αντίθεσης μεταξύ ζωής και θανάτου. Αυτήν την κληρονομιά πρέπει να την επικυρώσουμε εκ νέου τροποποιώντας την τόσο ριζικά όσο χρειάζεται. Η επανεπικύρωση θα είναι πιστή σε κάτι που αντηχεί στην επίκληση του Μαρξ –ας πούμε ακόμα στο πνεύμα του κελεύσματός του– και συνάμα σύμφωνη με την έννοια της κληρονομιάς εν γένει»9. Καθότι μια κληρονομιά δεν είναι κάτι που μεταδίδεται αυτομάτως, αλλά συνιστά αντικείμενο επανιδιοποίησης: για να ακολουθήσει κανείς το πνεύμα του Μαρξ, για να υπακούσει στα κελεύσματά του, δεν θα πρέπει να επαναλάβει μηχανικά τον λόγο του, σαν να είχε ήδη γραφτεί, αλλά να επανεπικυρώσει ενεργητικά τη σημασία του, η οποία οφείλει εκ νέου να παραχθεί ή να αναπαραχθεί μέσω μιας ερμηνείας που θα φανερώνει αυτό που μέσα της παραμένει ζωντανό. «Αν η αναγνωσιμότητα ενός κληροδοτήματος ήταν δεδομένη, φυσική, διάφανη, μονοσήμαντη, αν δεν επικαλούταν και συνάμα αψηφούσε την ερμηνεία, δεν θα υπήρχε τότε τίποτα για να κληρονομηθεί»10. Στην πραγματικότητα δεν κληρονομούμε μόνο από το παρελθόν, και πρέπει μάλιστα να πούμε πως, δεν μπορούμε να κληρονομήσουμε τίποτα από αυτό που είναι νεκρό και δεν μπορεί να επιστρέψει: αλλά κληρονομούμε από αυτό που, από το παρελθόν, μένει ακόμη να έλθει, μετέχοντας σε ένα παρόν που δεν είναι παροντικό μόνον υπό τη φευγαλέα έννοια της επικαιρότητας, αλλά επιδιώκει να αποκαταστήσει έναν δυναμικό δεσμό ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. «Να διερωτηθούμε που οδεύει, δηλαδή που να οδηγήσουμε τον μαρξισμό: που να τον οδηγήσουμε ερμηνεύοντάς τον, πράγμα που δεν γίνεται χωρίς μετατροπή – και όχι που μπορεί να μας οδηγήσει όπως είναι ή όπως ήταν κάποτε»11.

Με ποιον τρόπο επέρχεται αυτή η μετατροπή του πνεύματος του μαρξισμού μέσα από την ερμηνεία των «φαντασμάτων του Μαρξ» που προτείνει ο Ντεριντά; Από τη στιγμή που προσδιορίζει ως τόπο των σημερινών «εμφανίσεων» του Μαρξ το έδαφος στο οποίο εκτυλίσσονται φαντασματομαχίες, και ανάγει έτσι τη σκέψη του (η οποία μετατρέπεται σε αυτό που επιστρέφει σε εμάς και συνεπώς σε μια κληρονομιά) σε μια ιστορία φαντασμάτων, είναι προφανές ότι ο Ντεριντά, μέσω της υπερκριτικής12 που αποκαλεί αποδόμηση, έρχεται σε ρήξη με τις ερμηνείες της σκέψης του Μαρξ που τείνουν σε ένα είδος ομογενοποίησης, προβαίνοντας σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε απο-αποπραγμάτωση [dé-déréalisation] του περιεχομένου της: η εν λόγω ρήξη ανοίγει τον δρόμο σε μία νέα ερμηνεία, που προωθεί αντιθέτως την απο-οντολογικοποίηση του μηνύματος της μαρξικής σκέψης, σε συνάφεια με τη μορφή ενός Μαρξ, στο μέτρο του δυνατού, αϋλοποιημένου [dématérialisé], και άρα συνταυτισμένου με το ή τα φαντάσματά του. «Όταν, επί παραδείγματι, επικαλούμενο την ιστορία των ιδεών, το Μανιφέστο διακηρύχνει ότι “οι κυρίαρχες ιδέες” (die herrschenden Ideen) μιας εποχής ήταν πάντα ιδέες της “κυρίαρχης τάξης” (der herrschenden Klasse), είναι επιτρεπτό σε μιαν επιλεκτική κριτική να φιλτράρει την κληρονομιά αυτής της έκφρασης για να συγκρατήσει αυτό παρά το άλλο. Μπορούμε να εξακολουθήσουμε να μιλάμε για κυριαρχία μέσα σε ένα πεδίο δυνάμεων κρατώντας μετέωρη όχι μόνο την αναφορά σε αυτό το έσχατο έρεισμα που θα ήταν η ταυτότητα και η ταύτιση μιας κοινωνικής τάξης με τον εαυτό της, αλλά κρατώντας μετέωρη ακόμα και την πίστωση του Μαρξ σε εκείνο που ονομάζει ιδέα, τον καθορισμό του εποικοδομήματος ως ιδέας, παράσταση ιδεατή ή ιδεολογική, ήτοι τη λεκτική μορφή αυτής της παράστασης. Πόσο μάλλον που η έννοια της ιδέας συνεπάγεται τη μη αναγώγιμη γέννηση του φα(ντα)σματικού που σκοπεύουμε να επανεξετάσουμε εδώ»13. Είναι σαφές ότι ακυρώνεται έτσι η προκείμενη η οποία, στα πλαίσια μιας θεμελιωτικής προοπτικής που συνδυάζεται με μία επίκληση πλατωνισμού (θα συναντήσουμε ξανά πιο κάτω αυτήν την αναφορά), εγκαθιστά ένα αδιάβατο όριο ανάμεσα στην υλικότητα της βάσης και την πνευματικότητα του εποικοδομήματος, και τις περιορίζει δια παντός, μέσω μιας άκαμπτης τοπολογίας, στη διαφορά των αμοιβαίων «τόπων» τους.

Η νέα επιστήμη του πνεύματος που επιχειρεί να προωθήσει ο Ντεριντά, αντιπαραθέτοντας στις βεβαιότητες της οντολογίας τις πλασματικότητες της «φαντασματολογίας» του, καταλήγει συνεπώς στην επικύρωση μιας αμοιβαίας σχέσης επικοινωνίας μεταξύ του υλικού και του ιδεατού: υπάρχει μία υλικότητα της ιδέας, καθόσον είναι ένα φάντασμα στο οποίο το εμφανίζεσθαι αναμειγνύεται με το εξαφανίζεσθαι14· και υπάρχει μια ιδεατότητα της ύλης, καθόσον η ύλη δεν αποτελεί απλά αυτό που «υπάρχει» υπό την έννοια ενός δεδομένου, η απλή παρουσία του οποίου θα μπορούσε να διακοπεί δια παντός. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Εμφάνιση του αφανούς», αναπτύσσει ουσιαστικά αυτό το θέμα με βάση κυρίως την ανάλυση δύο «ορθόδοξων» κειμένων, τον «Άγιο Μαξ» της Γερμανικής Ιδεολογίας, και την ανάλυση του εμπορεύματος στην αρχή του Κεφαλαίου: από αυτά ο Ντεριντά επιχειρεί να συνάγει τα στοιχεία μιας θεωρίας της ιδεολογίας στον βαθμό που αυτή εγκαθίσταται ακριβώς στο ενδιάμεσο των δύο στοιχείων που είναι το υλικό και το πνευματικό: από την οπτική γωνία αυτού του ενδιάμεσου δεν υπάρχει πλέον τίποτε το καθαρά υλικό και/ή το καθαρά πνευματικό, αλλά υπάρχει μόνον ορατό αφανές, ανεπαίσθητο αισθητό, ή ασώματο που, καθώς το μαρτυρά η εμπειρία των φαντασμάτων, είναι εξίσου αϋλοποιημένο, σαν ένα υλικό στοιχείο με πνεύμα ή σαν ένα πνεύμα με ύλη.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, φθάνοντας πίσω από τη σφοδρή κριτική του Μαρξ στον Στίρνερ, ο Ντεριντά αποκαλύπτει τη μυστική συνενοχή που τους ενώνει. Αν ο Μαρξ επιτίθεται μανιωδώς στο φτωχό άγιο Μα(ρ)ξ, που ταυτίζεται με τη φαιδρή μορφή του Σέλιγκα, αυτό γίνεται πρωτίστως διότι αντιτίθεται στο ίδιο του το αντίγραφο, σε ό,τι πιο στιρνεριανό υπάρχει μέσα του, έτσι όπως αποκαλύπτεται απ’ αυτήν την ανεξίτηλη αφοσίωση που δείχνει στα φαντάσματα καθώς θέλει να τα ξορκίσει όλα και να κάνει τα πάντα, έτσι ώστε, όταν δεν θα υπάρχουν, να είναι σαν να μην υπήρχαν ποτέ. Η μορφή αυτή είναι «του παράδοξου κυνηγιού (η οποία, πριν ακόμα από τον Πλάτωνα, θα διανύσει όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, ακριβέστερα την έρευνα ή την οντολογική ιεροκρισία)»15. «Έλα να σε κυνηγήσω! Ακούς! Σε κυνηγώ! Σε καταδιώκω. Σε παίρνω καταπόδι, για να σε διώξω από εδώ. Δεν θα σε αφήσω ήσυχο. Και το φάντασμα δεν αφήνει τη λεία του, ήτοι τον διώκτη του. Στη στιγμή κατάλαβε ότι το κυνηγούμε μόνο και μόνο για να το κυνηγήσουμε. Κατοπτρικός κύκλος, κυνηγούμε για να κυνηγήσουμε, καταδιώκουμε, παίρνουμε στο κατόπι κάποιον για να τον τρέψουμε σε φυγή, αλλά τον τρέπουμε σε φυγή, τον απομακρύνουμε, τον εκδιώκουμε για να τον αναζητήσουμε και να παραμείνουμε διώκτες του»16. Διαγιγνώσκεται εδώ το ριζικά απ-αρνητικό στοιχείο αυτού του κατοπτρικού κυνηγιού που επικαλείται την πραγματικότητα του πραγματικού, για να την αντιδιαστείλει στον κατοπτρικό, φαντασματικό, φαντασιακό ή φαντασιωτικό χαρακτήρα της ιδεατής θεώρησης [spéculation] που δεν παρέχει, υποτίθεται, παρά ένα ατελές αντίγραφο αυτής της πραγματικότητας. Και τι θα γινόταν αν σ’ αυτήν την ασταθή σχέση, οι όροι της οποίας δεν σταματούν να αντιστρέφονται, το αντίγραφο έπαιρνε τη θέση του πρωτοτύπου; Εάν η λεία, κατά τη διάρκεια αυτού του κατοπτρικού κυνηγιού, έπαιρνε τη θέση του κυνηγού; Εάν το πραγματικό, εν ονόματι του οποίου ξορκίζεται και αποδιώχνεται η εμφάνιση, δεν ήταν αυτό το ίδιο παρά αντίγραφο του δικού του αντίγραφου; Εάν αποδεικνυόταν αδύνατο να ξεφύγει κανείς από τον κύκλο αυτής της θεωρησιακής διαδικασίας; Αυτή ακριβώς η ανησυχία μοιάζει να υποσκάπτει μυστικά την κριτική που απευθύνει ο Μαρξ στον Στίρνερ, σπρώχνοντάς την πιο μπροστά από εκεί που ήταν, καθόσον αυτός που, στα τυφλά και εξόφθαλμα, την εξαπολύει, πέφτει στην παγίδα του μιμητισμού και της ταύτισης. Δεν απελευθερώνεται κανείς τόσο εύκολα από τα φαντάσματα: οι εμφανίσεις τους είναι τόσο περισσότερο συχνές όσο περισσότερο προσπαθεί να τις αποκρούσει ή να τις απαρνηθεί (σαν να έφτανε να δηλώσει πως δεν είναι τίποτα για να εξαφανιστούν). Και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι ο Χέγκελ ήταν ο πρώτος που κατανόησε ότι μια θεμελιακή «αρνητικότητα» στοιχειώνει τη θέση αυτή που πραγματεύεται το είναι ως είναι, ή το πραγματικό ως πραγματικό, και τίποτε άλλο. Να αντιπαραθέσουμε το θεωρησιακό στο πραγματικό, θα σήμαινε τότε να αναγνωρίσουμε τη μυστηριακή συγγένειά τους, η οποία τα καθιστά αδιαχώριστα, και μετατρέπει την οντολογία σε φαντασματολογία, και αντιστρόφως.

Αναντίρρητα, ο Μαρξ ξεκίνησε –και το ζητούμενο είναι να δούμε αν έμεινε σ’ αυτό– ταυτίζοντας την ιδεολογία με μια μυστικοποίηση, υπό την αυστηρή έννοια της παραγωγής μύθων ή μυθευμάτων που μεταθέτουν το εγκόσμιο παιχνίδι της πραγματικής ζωής, καθώς το εξιδανικεύουν και το ιεροποιούν. «Η διαπραγμάτευση του φαντασματικού στοιχείου στη Γερμανική Ιδεολογία αναγγέλλει και επικυρώνει το απόλυτο προνόμιο που αποδίδει πάντα ο Μαρξ στη θρησκεία, στην ιδεολογία ως θρησκεία, μυστικιστική ή θεολογική, μέσα στην ανάλυση της ιδεολογίας εν γένει»17. Όπως ακριβώς το είχε αναλύσει ο Φόιερμπαχ στην Ουσία του χριστιανισμού, τα σκιερά μυστήρια και τα θεωρησιακά φαντάσματα σχηματίζονται στο ενδιάμεσο που χωρίζει το Diesseits από το Jenseits, το εδώ από το επέκεινα, τη γη από τον ουρανό: κατά τον Ντεριντά ο Μαρξ παρέμεινε πιστός σ’ αυτήν την προκείμενη μέχρι τέλους, αφού με βάση αυτήν ακριβώς δομείται ολόκληρη η ανάλυση του φετιχισμού στο πρώτο μέρος του Πρώτου Βιβλίου του Κεφαλαίου. Αντιπαραθέτοντας τον μυστικιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος σε ό,τι συνιστά το πραγματικό και ενεργό του σώμα, στο εμπόρευμα ως «σάρκα και οστά», εν ολίγοις στη χρηστική του αξία, και επιχειρώντας να εξηγήσει την αλχημιστική μεταστοιχείωση που κάνει τη μία πλευρά του εμπορεύματος να παίρνει τη θέση της άλλης, ο Μαρξ ξαναπιάνει το αμφίσημο εγχείρημα που τοποθετείται ανάμεσα στην οντολογία και τη φαντασματολογία, αναδεικνύοντας έτσι τον τρόμο αλλά και την παρωδία, μιας γεμάτης από φαντάσματα πραγματικότητας, η οποία δεν είναι ενδεχομένως παρά το φά(ντα)σμα του εαυτού της και της ίδιας της «πραγματικότητάς» της. Η οικονομία αυτή, θρησκευτική προτού να γίνει πολιτική, εξομοιώνει το είναι με τις εικόνες του, όπως επίσης το αισθητό με το ανεπαίσθητο, που αποτελεί επίσης ένα υπεραισθητό, ή το υπεραισθητό του αισθητού. «Το Πράγμα δεν είναι νεκρό ούτε ζωντανό, είναι νεκρό και συνάμα ζωντανό. Επιβιώνει. Δόλια, επινοητική και μηχανική ταυτόχρονα, εφευρετική και απρόβλεπτη, αυτή η πολεμική μηχανή είναι ένα θεατρικό κατασκεύασμα, μια μηχανή18. Αυτό που μόλις είδαμε να περνά στη σκηνή, ήταν μία εμφάνιση, μια οιονεί θεότητα –ουρανοκατέβατη ή βγαλμένη απ’ τη γη»19. Σε ένα κόσμο που κατέστη θέαμα για τον ίδιο του τον εαυτό, τεχνητή θεώρηση της φυσικής του τάξης, τα πράγματα παρουσιάζονται διαφορετικά από αυτό που «είναι»: η οικονομική «πραγματικότητα» στηρίζεται σε αυτό ακριβώς το διπλό παιχνίδι που κάνει τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων να εμφανίζονται ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, και αντιστρόφως. Αυτό ακριβώς φαίνεται πως λέει κι ο Μαρξ: «Το μυστηριώδες της μορφής-εμπόρευμα συνίσταται λοιπόν απλούστατα στο ότι αντανακλά στους ανθρώπους τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των προϊόντων της δουλειάς τους σαν υλικά χαρακτηριστικά των προϊόντων της εργασίας, σαν φυσικές κοινωνικές ιδιότητες αυτών των πραγμάτων, και γι’ αυτό η κοινωνική σχέση των παραγωγών με τη συνολική εργασία φαίνεται σ’ αυτούς σαν μια κοινωνική σχέση αντικειμένων που υπάρχει έξω απ’ αυτούς. Μ’ αυτό το quid pro quo τα προϊόντα της εργασίας γίνονται εμπορεύματα, αισθητά υπεραισθητά ή κοινωνικά πράγματα»20.

Αλλά, συνεχίζει ο Ντεριντά, την ίδια στιγμή που ο Μαρξ αναγνωρίζει τον φα(ντα)σματικό χαρακτήρα της πραγματικότητας, τον απαρνείται, καθόσον παίρνει το ίδιο ρίσκο με τον Στίρνερ αντιστρέφοντας αυτήν την πραγματικότητα σε εικόνα της εικόνας της: «Λέγοντας ότι το ίδιο πράγμα, για παράδειγμα το ξύλινο τραπέζι, εισάγεται στη σκηνή σαν εμπόρευμα, αφού πρώτα ήταν ένα συνηθισμένο πράγμα στη χρηστική του αξία, είναι σαν να αποδίδουμε μια προέλευση στη φαντασματική στιγμή. Ο Μαρξ φαίνεται να υπονοεί ότι η χρηστική αξία παρέμεινε άθικτη. Ήταν αυτό που ήταν, χρηστική αξία ταυτόσημη με τον εαυτό της. Η φαντασμαγορία, όπως το κεφάλαιο, θα άρχιζε με την ανταλλακτική αξία και τη μορφή-εμπόρευμα. Μονάχα τότε το φάσμα “εισάγεται στη σκηνή”. Πρωτύτερα, κατά τον Μαρξ, δεν ήταν εκεί. Ούτε καν για να κατατρύχει τη χρηστική αξία. Ωστόσο από πού προέρχεται η βεβαιότητα που αφορά το προηγούμενο στάδιο, εκείνο της υποτιθέμενης χρηστικής αξίας, επακριβώς, μιας χρηστικής αξίας αμέτοχης σε όλα αυτά που συγκροτούν την ανταλλακτική αξία και τη μορφή-εμπόρευμα; Τι μας βεβαιώνει γι’ αυτή τη διάκριση;»21 Στην οντολογική προκείμενη που επιβεβαιώνει τον πρωταρχικό χαρακτήρα της χρηστικής αξίας, εν είδει απόλυτης απαρχής ή προτύπου, η οποία θα ήταν προτερόχρονη σε σχέση με όλες τις αναπαραστάσεις της, που είτε παράγονται απ’ αυτήν είτε την παραποιούν, η φαντασματολογική αποδόμηση αντιπαραθέτει την εξής υποψία: «Απεναντίας, υποβάλλουμε τη σκέψη ότι, πριν από τη θεατρική κίνηση αυτής της στιγμής, πριν από το “αφότου εισάγεται στη σκηνή σαν εμπόρευμα, μετατρέπεται σε αισθητό υπεραισθητό πράγμα”, το φάντασμα έχει κάνει την εμφάνισή του χωρίς να εμφανισθεί αυτοπροσώπως, ασφαλώς και εξορισμού, έχοντας όμως ήδη ανασκάψει μέσα στη χρηστική αξία, μέσα στην ισχυρογνωμοσύνη του ξεροκέφαλου ξυλοτράπεζου, την επανάληψη (άρα την υποκατάσταση, την ανταλλαξιμότητα, την επαναληπτικότητα, την απώλεια της ιδιοτυπίας ως εμπειρία της ιδιοτυπίας, τη δυνατότητα του κεφαλαίου) χωρίς την οποία μια χρήση δεν θα καθοριζόταν ποτέ»22. Μ’ αυτόν τον τρόπο η μεγάλη σκηνή του εξορκισμού με την οποία ανοίγει το Κεφάλαιο δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαληθεύει την άφευκτη παρουσία-απουσία αυτών των φαντασμάτων από την οποία δεν γλιτώνει κανείς, κυρίως δε όποιος αποπειράται να αμφισβητήσει το βάρος της πραγματικότητάς τους: διότι οι εικόνες αυτές, αν και εικόνες δεν παύουν να είναι πραγματικές, και ενδεχομένως ακόμη πιο πραγματικές.

Τα φαντάσματα του Μαρξ αποστέλλονται έτσι στον κύκλο της εμφάνισής τους: κι αν υπάρχει μια αυταπάτη που τούτη η χειρονομία γκρεμίζει, πρόκειται γι’ αυτήν που συνήθως μας κάνει να αποδίδουμε έναν απλό και πρωταρχικό χαρακτήρα στο πραγματικό-είναι. Η μορφή του Μαρξ που προκύπτει από μια τέτοια ανάλυση είναι, όπως ειπώθηκε από την αρχή, η μορφή ενός αϋλοποιημένου Μαρξ. Το βιβλίο που μόλις πριν λίγο καιρό αφιέρωσε ο Μπαλιμπάρ στη Φιλοσοφία του Μαρξ, στο οποίο παραπέμπει σε αρκετές περιπτώσεις ο Ντεριντά, μοιάζει κι αυτό να κινείται στην κατεύθυνση μιας ενσωμάτωσης της φαινομενικότητας στο πραγματικό, ενσωμάτωσης που απαγορεύει να χαράξουμε ανάμεσά τους μια θεμελιώδη διαχωριστική γραμμή: «Ο φετιχισμός δεν αποτελεί υποκειμενικό φαινόμενο ή εσφαλμένη αντίληψη της πραγματικότητας –όπως θα ήταν, για παράδειγμα μια οφθαλμαπάτη ή μια προκατειλημμένη δοξασία. Αποτελεί μάλλον τον τρόπο με τον οποίο η πραγματικότητα (μια ορισμένη κοινωνική μορφή ή δομή) δεν μπορεί να μην φαίνεται. Και αυτό το ενεργητικό “φαίνεσθαι” (συγχρόνως Schein και Erscheinung, δηλαδή ομοίωμα και φαινόμενο) αποτελεί μια αναγκαία διαμεσολάβηση ή λειτουργία, δίχως την οποία, μέσα σε δεδομένες ιστορικές συνθήκες, η ζωή της κοινωνίας πολύ απλά θα ήταν αδύνατη. Η κατάργηση της φαινομενικότητας ισοδυναμεί με αναίρεση της κοινωνικής σχέσης»23. Κατά κάποιον τρόπο, ο Μπαλιμπάρ λέει το ίδιο πράγμα με τον Ντεριντά, αλλά το λέει υπό την αντίστροφη έννοια, στην προοπτική ενός επανυλοποιημένου [rematérialisé], θα λέγαμε, Μαρξ, που αποδίδει στις «φαινομενικότητες» της ιδεολογίας το βάρος της πραγματικότητάς τους, αντί να αρνείται κάθε φαινομενικότητα πραγματικότητας στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τη βαθύτερη έμπνευση που θεμελιώνει το εγχείρημα της αποδόμησης. Αυτό το εγχείρημα, που ωθεί τον Μαρξ προς την πλευρά των φαντασμάτων του, πετυχαίνει πλήρως τον στόχο του μόνο αν φιλτράρει σε τέτοιο βαθμό την κληρονομιά του, ώστε στο τέλος να μην συγκρατήσει από το Κεφάλαιο παρά μόνο το πρώτο μέρος του Πρώτου Βιβλίου: ο Μαρξ χωρίς τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς την εκμετάλλευση της εργασίας, χωρίς την υπεραξία κινδυνεύει στην πραγματικότητα να μην είναι παρά φάντασμα του εαυτού του.

Ως προς αυτό οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο Ντεριντά δηλώνει ξεκάθαρα τη θέση του: «Αντιτασσόμαστε σε δύο κυρίαρχες τάσεις: αφενός, στις πιο άγρυπνες και νεωτερικές επαν-ερμηνείες του μαρξισμού που γίνονται από ορισμένους μαρξιστές (Γάλλους κυρίως, και γύρω από τον Αλτουσέρ) οι οποίοι πίστεψαν μάλλον ότι όφειλαν να αποτολμήσουν την αποσύνδεση του μαρξισμού από κάθε τελεολογία ή από κάθε μεσσιανική εσχατολογία (πρόθεσή μου πάντως είναι να αντιδιαστείλω τη μία από την άλλη)· αφετέρου, στις αντι-μαρξιστικές ερμηνείες που προσδιορίζουν τη χειραφετητική τους εσχατολογία προσδίδοντάς της πάντα αποδομήσιμα οντο-θεολογικά περιεχόμενα. Μια αποδομητική σκέψη, αυτή που με απασχολεί εδώ, επανερχόταν πάντα στο μη αναγώγιμο της κατάφασης, και συνεπώς της υπόσχεσης, όπως και στη μη αποδομησιμότητα μιας ορισμένης ιδέας περί δικαιοσύνης (εν προκειμένω αποσυνδεδεμένης από το δίκαιο)»24. Αλλά δεν γίνεται τότε να μη θέσουμε το εξής ερώτημα: αυτή η θέση περί ενός μη αποδομήσιμου στοιχείου, που με τον τρόπο της θυμίζει το καρτεσιανό cogito, δεν θα μπορούσε και η ίδια να θεωρηθεί ως ένα φάντασμα, ως το φάντασμα ή το «πνεύμα» του Ντεριντά25;

1 Ζακ Ντεριντά, Τα φαντάσματα του Μαρξ, εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 1995, μετάφραση: Κ. Παπαγιώργης, σ. 69 (στο εξής: ΦΜ, –σε ορισμένα σημεία η ελληνική μετάφραση έχει τροποποιηθεί ελαφρώς, ΣτΜ).

2 Whither Marxism? (Πού πηγαίνει ο μαρξισμός;), διεθνές συνέδριο που διοργανώθηκε τον Απρίλιο του 1993 από τους B. Magnus και S. Cullenberg στο Πανεπιστήμιο Riverside της Καλιφόρνια.

3 ΦΜ, σ. 121, σημ. 6: «Ο τίτλος του ανά χείρας βιβλίου μπορεί να διαβαστεί σαν μια απάντηση στο βιβλίο του J.-M. Benoist, όσο χρόνο κι αν πήρε για να γραφεί ή όσο χρόνο κι αν έχασε, άκαιρα, εξαιτίας ενός φαντάσματος».

4 «Η οιωνεί πατρική μορφή του Μαρξ» (ΦΜ, σ. 26).

5 Ως προς αυτά τα σημεία, ο Ντεριντά έχει εξηγηθεί από το βιβλίο του De l’esprit (1987).

6 ΦΜ, σ. 75, ο Ντεριντά μιλά για μια «κριτική κληρονομιά».

7 ΦΜ, σ. 26.

8 ΦΜ, σσ. 48-49.

9 ΦΜ, σ. 74.

10 ΦΜ, σ. 29.

11 ΦΜ, σ. 80.

12 Έρχεται βέβαια στον νου μας η «κριτική κριτική» των νεαρών εγελιανών με τους οποίους ο ίδιος ο Μαρξ είχε έρθει σε αντιπαράθεση.

13 ΦΜ, σ. 76.

14 «Μέσα στην εμφάνιση ενυπάρχει κάτι χαμένο έστω και σαν επανεμφάνιση του χαμένου» (ΦΜ, σ. 18).

15 ΦΜ, σ. 176. Η αναφορά στον Πλάτωνα αναπτύσσεται στη σ. 183.

16 ΦΜ, σ. 175.

17 ΦΜ, σ. 184.

18 Ελληνικά στο πρωτότυπο. [ΣτΜ]

19 ΦΜ, σ. 190.

20 Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, Τόμος Πρώτος, σ. 85, μετάφραση: Π. Μαυρομμάτης.

21 ΦΜ, σ. 197.

22 ΦΜ, σ. 199.

23 Μπαλιμπάρ, Η φιλοσοφία του Μαρξ, εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 1996, σ. 101, μετάφραση-επιμέλεια: Ά. Στυλιανού. Ολόκληρο το τρίτο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου (σσ. 71-129) είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της ιδεολογίας.

24 ΦΜ, σσ. 114-115.

25 Την κριτική αυτή ο Macherey τη συνοψίζει ως εξής, σχολιάζοντας το κείμενό του για το βιβλίο του Ντεριντά: «Ως προς αυτό το σημείο, οφείλω να πω ότι, στη σκέψη του Ντεριντά, κάτι με σταματάει, και αυτό ακριβώς υπαινισσόμουν στο συμπέρασμα του κειμένου μου για Τα φαντάσματα του Μαρξ: είναι η ιδέα ενός μη-αποδομήσιμου στοιχείου, που συνιστά, κατά βάθος, την ίδια την αποδόμηση ή της παρέχει το θεμέλιό της. Γιατί θα έπρεπε να ξεφεύγει η αποδόμηση από το εγχείρημα της αποδόμησης;» (Pierre Macherey, Histoires de dinosaure, Paris, 1999, PUF, σ. 263). [ΣτΜ]

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Πολιτική Θεωρία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s