Παραμένει ηγετική δύναμη η αστική τάξη;

του Ηλία Ιωακείμογλου

«Για να μπορεί όμως κάποιος να καταπιέζει μια τάξη, πρέπει να εξασφαλίσει στην τάξη αυτή ορισμένους όρους ύπαρξης, που να της δίνουν τουλάχιστον τη δυνατότητα να ζει τη δουλική ύπαρξή της».

Καρλ Μαρξ, Το κομμουνιστικό μανιφέστο.

2. Εισαγωγή

Όπως εξηγούσε ο Μαρξ στα πολιτικά κείμενά του, για να είναι δυνατή η ηγεμονία της αστικής τάξης επί του συνόλου της κοινωνίας, πρέπει προηγουμένως να διασφαλίζονται οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορούν να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν οι υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Στην Ελλάδα, όμως, στην παρούσα ιστορική στιγμή, αυτός ο βασικός όρος δεν πληρούται: είναι αυτό ακριβώς που δείχνει η ανάλυση των μακροοικονομικών στοιχείων. Είμαστε σε μια ιστορικά σπάνια συγκυρία κατά την οποία οι «πάνω» βυθίζουν τους «κάτω» στην εξαθλίωση, τη φτώχεια και την ανθρωπιστική κρίση, και επιπλέον δεν πείθουν για την ικανότητά τους να κυβερνήσουν ως ηγεμόνες, δηλαδή ως εκφραστές του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνίας, ως οργανωτές της παραγωγής και μιας κοινωνικά αποδεκτής διανομής του προϊόντος. Η παρούσα ιστορική στιγμή είναι μια περίοδος κρίσης της πολιτικής ηγεμονίας της αστικής τάξης επειδή δεν μπορεί η τάξη αυτή να παρουσιάσει το ιδιοτελές συμφέρον της ως γενικό συμφέρον.

Αυτό εξηγεί για ποιο λόγο οι αστοί μας χτίζουν ένα νέο εμφυλιοπολεμικό κράτος με το οποίο επιδιώκουν να υπερβούν την κρίση ηγεμονίας: μια νέα μορφή κράτους είναι πάντοτε ισχυρή ένδειξη μετασχηματισμών στον κοινωνικό συνασπισμό εξουσίας και μετατοπίσεων στις ταξικές συμμαχίες (όπως έδειξε ο Πουλαντζάς).

Η κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης στην Ελλάδα διήλθε πρώτα από μια φάση προετοιμασίας που είχε ως σημείο εκκίνησης την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όταν αρκούσαν πλέον απλοί συλλογισμοί για να αντιληφθεί κάποιος ότι η νεοφιλελεύθερη υπόσχεση για γενική ευημερία ήταν μια ψευδής υπόσχεση. Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που εφάρμοσε στη συνέχεια η άρχουσα τάξη αποτελούσε μια κάποια απόπειρα ανάκτησης της ηγεμονίας με μικρές όμως πιθανότητες επιτυχίας, καθώς αυτή τη φορά θα έπρεπε να μετουσιωθούν σε υπόσχεση γενικής ευημερίας μια μακρά σειρά δεινών που επέβαλλε αυτή η πολιτική στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Τέσσερα χρόνια μετά, ακόμη και οι ισχνές πιθανότητες ανάκτησης της πολιτικής ηγεμονίας χάρη στην πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχουν εξαφανιστεί.

Αυτό σχετίζεται με σειρά κρίσιμων ζητημάτων: τη βαθιά ύφεση της παραγωγής, την αλματώδη αύξηση της ανεργίας, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών κατά το 1/5 περίπου, την αύξηση ή έστω την ασήμαντη μείωση των τιμών παρά την δραματική μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, την καθήλωση της ανταγωνιστικότητας σε χαμηλά επίπεδα, την κατάρρευση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, τη συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού, και ταυτόχρονα με όλα αυτά την εκρηκτική αύξηση της αναλογίας κερδών / μισθών. Η αύξηση των κερδών σε σχέση με τους μισθούς, στην παρούσα ιστορική στιγμή, αφορά την ικανοποίηση του ιδιοτελούς συμφέροντος μιας κοινωνικής τάξης αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως γενικό συμφέρον: Αντιθέτως, στις παρούσες συνθήκες, το ιδιοτελές συμφέρον της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση της βαθιάς κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Αφαιρεί εισόδημα από εκείνες ακριβώς τις τάξεις που δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους και μειώνει έτσι ακόμη περισσότερο την εσωτερική ζήτηση. Μειώνει, βέβαια, η πολιτική αυτή και το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και περιμένει ότι θα αυξήσει τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών επειδή η μείωση του κόστους εργασίας οδηγεί, υποτίθεται, σε μείωση των τιμών των εξαγωγών. Αυτό όμως δεν έχει συμβεί, παρά την ιστορικών διαστάσεων μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας έναντι των ανταγωνιστριών χωρών. Διότι, οι επιχειρήσεις προτιμούν να διατηρήσουν τις τιμές τους στα ίδια επίπεδα για να μετατρέψουν τη μεγάλη μείωση του κόστους εργασίας σε κέρδη, αντί να την μετατρέψουν σε ανταγωνιστικότητα τιμής, δηλαδή σε υψηλότερο όγκο εξαγωγών. Αυτό δεν είναι το αποτέλεσμα κακών επιχειρηματικών χειρισμών ή μια ένδειξη επιχειρηματικής καθυστέρησης, είναι το φυσικό επακόλουθο του ότι οι επιχειρήσεις υιοθετούν τη λογική της αύξησης του βραχυπρόθεσμου κέρδους, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της διοίκησης επιχειρήσεων στα χρόνια του «χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού». Είναι ακόμη το φυσικό επακόλουθο της έλλειψης ρευστότητας και της πιστωτικής ασφυξίας που επιβάλλουν οι τράπεζες, αλλά και της αποεπένδυσης παγίου κεφαλαίου. Έτσι, η επιδίωξη των επιχειρήσεων να καρπώνονται ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος αμέσως, στη βραχυχρόνια διάρκεια, μετατρέπεται σε τροχοπέδη για την υλοποίηση των υποσχέσεων της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης. Η ίδια η επιδίωξη και η επίτευξη του μέγιστου βραχυπρόθεσμου κέρδους είναι αυτή η ίδια που απομακρύνει το ενδεχόμενο να μετατραπεί η εσωτερική υποτίμηση σε ηγεμονική πολιτική.

Όλα αυτά συγκροτούν μια πολιτική εξαθλίωσης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων που οδηγεί σε ανοικτή κρίση την πολιτική ηγεμονία της αστικής τάξης και θέτει στην ημερήσια διάταξη την πολιτική πάλη για την αμφισβήτηση του ηγετικού ρόλου της.

2. Η μετάλλαξη της εσωτερικής υποτίμησης σε πολιτική της εξαθλίωσης

Η καθεστωτική θεωρία της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα προέβλεπε ότι η μείωση της ζήτησης μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής (μείωση της κρατικής δαπάνης, μείωση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων) θα μειώσει την παραγωγή και θα αυξήσει την ανεργία – και πράγματι έτσι συνέβη. Σύμφωνα με την ίδια θεωρία, αναμενόταν ότι μετά από το αρνητικό σοκ που θα μείωνε τον όγκο παραγωγής και θα αύξανε την ανεργία, θα επερχόταν η μείωση των μισθών και του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η μείωση των τιμών ως απόκριση στη μείωση του κόστους εργασίας, επομένως η αύξηση της ανταγωνιστικότητας τιμής, η μεγέθυνση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, και τελικά η ανάκαμψη του ΑΕΠ.

Οι προβλέψεις της κυρίαρχης θεωρίας δεν επαληθεύτηκαν για περισσότερους λόγους:

Πρώτον, η ύφεση μείωσε τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, και μαζί με αυτόν μείωσε και την παραγωγικότητα της εργασίας, που επηρεάζεται από το μέγεθος του αργούντος παραγωγικού δυναμικού. Στο νέο επίπεδο υψηλής ανεργίας, άρχισε μεν η μείωση των μισθών, πλην όμως η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας μετριάστηκε από τις μειώσεις της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό οδήγησε σε αποφάσεις περαιτέρω περιστολής της εσωτερικής ζήτησης που οδήγησαν την χώρα σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση και ανεργία, αλλά και σε αποφάσεις διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας με απευθείας νομοθετική παρέμβαση στους θεσμούς που προστατεύουν την εργασία στον ιδιωτικό τομέα (δεύτερο Μνημόνιο και επόμενα νομοθετήματα). Προκειμένου, δηλαδή, να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας επιστρατεύτηκαν, εκτός από την ανεργία, και ριζικές νομοθετικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας. Ως αποτέλεσμα εμφανίστηκαν διαδοχικά κύματα μειώσεων της εσωτερικής ζήτησης, του ΑΕΠ και της απασχόλησης.

Δεύτερον, και το κυριότερο, οι επιχειρήσεις δεν αποκρίθηκαν στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας με σημαντική μείωση των τιμών τους κατά τις προβλέψεις της θεωρίας της εσωτερικής υποτίμησης. Οι τιμές δεν μειώθηκαν παρά μόνον οριακά, ακόμη και μετά την αφαίρεση της επίπτωσης των αυξήσεων της φορολογίας κατά τα τελευταία έτη. Η εκτίμηση ότι θα υπάρξει αποπληθωρισμός χάρη στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας βασίζεται στη θέση ότι σε χαμηλότερο επίπεδο χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού έχει αποδυναμωθεί η ισχύς των επιχειρήσεων στις αγορές προϊόντων, με αποτέλεσμα να έχουν μικρότερη δυνατότητα να αυξήσουν τις τιμές τους. Φαίνεται ωστόσο ότι αυτή η γενικά ορθή διαπίστωση δεν ισχύει για πολλές ελληνικές αγορές που παραμένουν ολιγοπωλιακές και ρυθμίζουν τη σχέση προσφοράς και ζήτησης έτσι ώστε να μην μειώνονται ή ακόμη και να αυξάνονται οι τιμές. Επίσης, πολλές επιχειρήσεις προσπαθούν να απαλύνουν τα οξύτατα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν κάνοντας χρήση του οφέλους που έχουν από τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την θεαματική άνοδο του ακαθάριστου και του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος κατά τα δύο τελευταία έτη έναντι των αμοιβών εργασίας. Επομένως, οι επιχειρήσεις μετέτρεψαν το όφελος που είχαν από τη μείωση του κόστους εργασίας, σε αύξηση των περιθωρίων κέρδους και σε έναν ελάχιστο μόνο βαθμό σε μείωση των τιμών.

Η πρόβλεψη της θεωρίας της εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα βασίζεται στην ιδέα ότι σε συνθήκες ύφεσης, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να συνεχίζουν να μειώνουν τις τιμές και τους μισθούς έως ότου το σύστημα οδηγηθεί σε ένα σημείο ισορροπίας (του οποίου το τεχνικό όνομα είναι nairu). Ανέμεναν, δηλαδή, όσοι σχεδίασαν την πολιτική που εφαρμόζεται, ότι θα είχε εγκατασταθεί μια καθοδική σπείρα μισθών και τιμών. Επειδή οι εγχώριες τιμές θα μειώνονταν διαρκώς έναντι των τιμών των ανταγωνιστριών χωρών (που υποθέτουμε ότι αυξάνονται με τον ίδιο σταθερό ρυθμό), θα αυξανόταν σταδιακά η ανταγωνιστικότητα τιμής, θα είχαμε δηλαδή πραγματική υποτίμηση. Ως αποτέλεσμα της πραγματικής υποτίμησης, θα αυξάνονταν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών και η παραγωγή θα είχε αυξηθεί εξαιτίας της ανόδου της εξωτερικής ζήτησης. Η καθοδική σπείρα μισθών – τιμών, όμως, δεν εμφανίστηκε ποτέ διότι οι επιχειρήσεις προτίμησαν να μετατρέψουν τις μειώσεις του μοναδιαίου κόστους εργασίας κυρίως σε αυξήσεις των περιθωρίων κέρδους. Αυτό μάλιστα ισχύει ιδιαίτερα για τις τιμές των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Επιπλέον, η μείωση των μισθών έχει οδηγήσει σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Έτσι, οι προβλέψεις της επίσημης εκδοχής της εσωτερικής υποτίμησης διαψεύστηκαν και η εσωτερική υποτίμηση μεταλλάχθηκε σε διαδικασία γενικευμένης εξαθλίωσης των εργαζόμενων τάξεων, σε καταστροφή μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού και του παραγωγικού συστήματος.

Διάγραμμα 1. Εξαγωγές και εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σε σταθερές τιμές (1981-2013).

Ως αποτέλεσμα, η οικονομία καταλήγει σε ένα σημείο χαμηλότερης παραγωγής, υψηλότερης ανεργίας, χαμηλότερων μισθών, σταθερού πληθωρισμού, υψηλότερης αναλογίας κερδών / μισθών, και μειωμένων εισαγωγών που κλείνουν το εξωτερικό έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών (διάγραμμα 1). Με πιο θεωρητικούς όρους, η ελληνική οικονομία βρίσκεται πλέον (ή θα βρίσκεται ήδη από το επόμενο έτος) στη γειτονία της ταυτόχρονης «εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας» (σταθερός πληθωρισμός και μηδενικό εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών). Αυτά υποδηλώνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει «κλειδώσει» σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής και ανεργίας, στο οποίο εξαντλούνται οι δυναμικές ιδιότητες του συστήματος, δηλαδή η ικανότητά του να ανακάμψει αυθορμήτως. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι δεν μπορεί να αποκολληθεί από το χαμηλό επίπεδο στο οποίο έχει οδηγηθεί επειδή έχει εξαντλήσει όλες τις ενδογενείς δυνάμεις που διαθέτει για να μετατοπιστεί σε υψηλότερο επίπεδο παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι μόνο εξωγενείς παράγοντες μπορούν να θέσουν σε κίνηση ξανά την ελληνική οικονομία.

Η μετάλλαξη της εσωτερικής υποτίμησης σε καθήλωση της οικονομίας σε χαμηλά επίπεδα παραγωγής, υψηλής ανεργίας και εξαθλίωσης, σχετίζεται άμεσα και με το γεγονός ότι οι επενδυτικές δαπάνες μεταβάλλουν το κεφαλαιακό απόθεμα και μέσω αυτού τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και συνακόλουθα την ισχύ των επιχειρήσεων στις αγορές προϊόντων, και τελικά το περιθώριο κέρδους. Μια διαδικασία αποεπένδυσης παγίου κεφαλαίου, σαν και αυτή που πραγματοποιείται στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, αυξάνει το ποσοστό ανεργίας και μέσω αυτού μειώνει τους ονομαστικούς μισθούς, επομένως και τους πραγματικούς μισθούς υπολογισμένους με τις τιμές που ισχύουν κατά την στιγμή των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι πραγματικοί μισθοί μεταβάλλονται εν συνεχεία καθώς οι επιχειρήσεις μεταβάλλουν τις τιμές τους προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο που έχουν θέσει σχετικά με την κερδοφορία τους. Επιτυγχάνουν δε αυτόν τον στόχο στον βαθμό που τους επιτρέπει η ένταση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων. Ο ανταγωνισμός αυτός, όμως, εξαρτάται από τον βαθμό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, ο οποίος είναι συνάρτηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Έτσι, όταν υπάρχει αποεπένδυση, όπως όντως συμβαίνει, μειώνεται το αργούν παραγωγικό δυναμικό εξαιτίας της καταστροφής παγίου κεφαλαίου, είτε ολόκληρων μονάδων παραγωγής είτε τμημάτων μονάδων παραγωγής, αυξάνεται η ισχύς των επιχειρήσεων στις αγορές προϊόντων και τείνουν να αυξηθούν οι τιμές. Ως αποτέλεσμα, επιδεινώνονται η ανταγωνιστικότητα τιμής και το εξωτερικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών, μειώνονται οι πραγματικοί μισθοί και η συνολική ζήτηση, και έτσι γίνεται επανεκκίνηση του κύκλου της ύφεσης.

Η οικονομία βρίσκεται παγιδευμένη σε μια κατάσταση μειούμενου αργούντος παραγωγικού δυναμικού και επακόλουθων αυξήσεων των τιμών, έτσι ώστε απαιτείται ένα υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στο οποίο μπορούν να γίνουν συμβατές οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων με αυτές των μισθωτών. Πρόκειται για μια συνεχή μετατροπή της τρέχουσας ανεργίας σε διαρθρωτική, δηλαδή σε ανεργία που δεν μπορεί να μειωθεί με αύξηση της ζήτησης.

Με πιο απλά λόγια, αντί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας να προσαρμοστεί στο υψηλό επίπεδο του ΑΕΠ ανά κάτοικο που είχε επιτύχει η ελληνική οικονομία, επήλθε προσαρμογή του ΑΕΠ στο υπάρχον, χαμηλό, επίπεδο ανταγωνιστικότητας. Αυτό συνέβη επειδή οι επιχειρηματικές τάξεις της χώρας μετέτρεψαν σε ιδιοτελές όφελος το μεγαλύτερο μέρος από τη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας και όχι σε μείωση των τιμών των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, έτσι ώστε η εξωτερική ζήτηση να μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας.

3. Η πολιτική της εξαθλίωσης και ο ηγετικός ρόλος της αστικής τάξης

Τελικά, η οικονομική και διαρθρωτική πολιτική που ασκείται κατά τα τελευταία έτη, είναι μια πολιτική καταστροφής των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Κινδυνεύουμε έτσι, ως χώρα, να αποκτήσουμε ένα παραγωγικό σύστημα συρρικνωμένο και ανίκανο να απορροφήσει ολόκληρη την ανεργία ή έστω το μεγαλύτερο μέρος της, ακόμη και εάν χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του. Η ακολουθούμενη πολιτική είναι μια πολιτική καταστροφής της οποίας τα δυσμενή αποτελέσματα θα γίνονται όλο και δυσκολότερο να αντιστραφούν όσο περισσότερο παρατείνεται η φάση της καταστροφής. Όσο περισσότερο παραγωγικό δυναμικό καταστρέφεται τόσο μεγαλύτερη και πιο δύσκολη θα είναι η προσπάθεια να μειώσουμε στη συνέχεια την ανεργία, η οποία θα έχει πλέον αποκτήσει διαρθρωτικό χαρακτήρα και θα μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο με μαζικές νέες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.1 Η μείωση της ανεργίας στο επίπεδο του 2008, σε μια τέτοια περίπτωση, θα απαιτούσε μακρό χρονικό διάστημα.

Ας δούμε την ίδια διαδικασία με πιο ταξικούς όρους: Η αστική τάξη της Ελλάδας καταστρέφει σημαντικό μέρος από το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Βεβαίως, το παραγωγικό δυναμικό στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής είναι κεφάλαιο, είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιοκράτη. Συμβαίνει όμως να είναι, ταυτοχρόνως, και τα μέσα παραγωγής, τα εργαλεία, οι μηχανές, οι υποδομές, από τη χρήση των οποίων ζουν και αναπαράγονται οι εργαζόμενες τάξεις και το σύνολο του πληθυσμού. Όσο μικρότερο είναι το παραγωγικό σύστημα και όσο μικρότερη είναι η χρήση ενός παραγωγικού συστήματος, τόσο μικρότερη είναι η απασχόληση και μεγαλύτερη η ανεργία, τόσο μικρότεροι οι μισθοί και μεγαλύτερη η φτώχεια. Η τάξη των κεφαλαιοκρατών, κρατώντας στα χέρια της την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, θεωρεί δικαίωμά της να τα καταστρέφει, και όντως τα καταστρέφει, όταν αυτά δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο, δηλαδή όταν δεν αποφέρουν το επιθυμητό κέρδος. Καταστρέφει έτσι και τους υλικούς όρους συντήρησης και αναπαραγωγής των υποτελών κοινωνικών τάξεων υπονομεύοντας τον ίδιο τον ηγετικό ρόλο της, επομένως την κυριαρχία της.

Αυτά συνέβησαν σε αντίθεση με τις προβλέψεις της θεωρίας της εσωτερικής υποτίμησης στην μορφή που εφαρμόσθηκε στην Ελλάδα (και η οποία βρισκόταν διατυπωμένη, στις βασικές της γραμμές, ήδη το 2007, σε σχετικό άρθρο του Olivier Blanchard αναφορικά με τις ανισορροπίες που είχαν ήδη γίνει ορατές τότε στην πορτογαλική οικονομία), επειδή αυτή η θεωρία παραβλέπει τις επιπτώσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου στην εσωτερική υποτίμηση (από όπου απορρέουν και οι κατά συρροήν αστοχίες της Τρόικας στις προβλέψεις για το ΑΕΠ και τους πολλαπλασιαστές) αλλά και επειδή δεν θέλει να κατανοήσει τη φύση των περιθωρίων κέρδους.

Οι εξελίξεις αυτές δικαιώνουν τις εναλλακτικές και ετερόδοξες προσεγγίσεις της ανταγωνιστικότητας, οι οποίες δίνουν έμφαση στη «διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα», δηλαδή στην ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας, στη συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου για τη βελτίωση της διεθνούς εξειδίκευσης της χώρας στο διεθνές εμπόριο, στην προσαρμογή του παραγωγικού συστήματος στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, στην ποιότητα των προϊόντων κλπ.

Αυτό μας φέρνει σε ένα άλλο στοιχείο της ηγεμονικής κρίσης. Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα αναφέρεται στην τεχνολογία, στο μέγεθος των μονάδων παραγωγής, στο εκπαιδευτικό επίπεδο του εργατικού δυναμικού, στην ανανέωση του μηχανικού εξοπλισμού και την υποκατάσταση εργασίας από μηχανές, στην οργάνωση της εργασίας ώστε να αυξάνεται η παραγωγικότητά της, στο είδος των προϊόντων που μπορούν να παραχθούν, στις ιστορικές σχέσεις που επιτρέπουν σε μια χώρα να διατηρεί ισχυρές θέσεις σε ορισμένες αγορές, στον γεωγραφικό προσανατολισμό των εξαγωγών, στις σχέσεις εργασίας εντός των χώρων εργασίας, στο θεσμικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων. Αυτά καθορίζουν την ικανότητα μιας οικονομίας να επωφελείται από την αύξηση της ζήτησης στις χώρες προορισμού των εξαγωγών της, αλλά και στην δική της, εγχώρια αγορά. Εάν τα χαρακτηριστικά μιας χώρας είναι ευνοϊκά, τότε η ικανότητά της να «εκμεταλλεύεται» την αύξηση της ζήτησης στις χώρες προορισμού των εξαγωγών της υπερτερεί της αντίστοιχης ικανότητας των ανταγωνιστριών χωρών να διεισδύουν στη δική της, στην εγχώρια αγορά. Έχει τότε αυξημένη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Εάν η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας είναι μειωμένη, τότε ο υπεύθυνος δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν που οργανώνει και διευθύνει την παραγωγή, είτε σε επίπεδο επιχείρησης, είτε σε επίπεδο συνολικής οικονομίας. Δεν μπορεί να είναι άλλος από την κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών, από τους μάνατζερ, από την ανώτατη και ανώτερη γραφειοκρατία των υπουργείων που σχετίζονται με την οικονομία και την ανάπτυξη, από τους καθεστωτικούς οικονομολόγους που «αποδεικνύουν» ακατάπαυστα ότι για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα αρκεί να μειωθεί το κόστος εργασίας. Στην Ελλάδα, κεφαλαιοκράτες, στελέχη επιχειρήσεων, γραφειοκράτες, καθεστωτικοί οικονομολόγοι και πολιτικοί, αποδεικνύουν καθημερινά, από το 2008 και μετά, ότι δεν θέλουν να διευθύνουν και να οργανώσουν την παραγωγή με τρόπο τέτοιο ώστε να βελτιωθεί η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Θέλουν χαμηλούς μισθούς, χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, εισόδημα υψηλό και εγγυημένο κέρδος. Επιμένουν δε σε αυτήν την απαίτησή τους παρά τις συνεχείς αποτυχίες στον εξαγωγικό τομέα. Προτιμούν να ασκούν μια πολιτική της εξαθλίωσης που καταβαραθρώνει το επίπεδο διαβίωσης των μισθωτών (διάγραμμα 2) στο σημερινό χαμηλό επίπεδο των εξαγωγών αντί να αυξάνει το επίπεδο των εξαγωγών στο επίπεδο των σύγχρονων αναγκών όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2000. Με άλλα λόγια, ευθυγραμμίζουν το προϊόν της χώρας με το χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας επειδή δεν θέλουν να ακολουθήσουν μια πολιτική αναβάθμισης του παραγωγικού συστήματος – τουλάχιστον όχι στην παρούσα ιστορική στιγμή.

Διάγραμμα 2. Η συνολική μείωση των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία πριν από τον φόρο εισοδήματος.

Υπάρχει και χειρότερο: Η αστική τάξη δεν μπορεί καν να δικαιολογήσει την επέκταση της φτώχειας και την ανθρωπιστική κρίση εκπονώντας ένα πολιτικό σχέδιο που θα παρουσίαζε το ιδιαίτερο, ιδιοτελές συμφέρον των αστών ως συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας – έστω με το σχήμα «θυσίες τώρα, οφέλη για όλους αργότερα» – κάτι που θα μπορούσε να είχε αποπειραθεί, αν και με αμφίβολα αποτελέσματα, εάν είχε επιτύχει η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης.

Ελλείψει μιας τέτοιας δυνατότητας, η κυβέρνηση της Δεξιάς, οι καθεστωτικοί δημοσιογράφοι και οικονομολόγοι κατασκευάζουν τον μύθο του Success Story, δηλαδή μιαν αφήγηση κατά φαντασίαν ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Αυτός ο μύθος ελέγχεται ικανοποιητικά ακόμη και με μια απλή παρατήρηση των στατιστικών δεδομένων. Μια συνοπτική περιγραφή της μακροοικονομικής κατάστασης φαίνεται στο διάγραμμα 3. Η γενική εικόνα αναδεικνύει την επιδείνωση της οικονομίας στην οποία έχει οδηγήσει η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, αλλά δείχνει επίσης και την επιτυχία αυτής της πολιτικής όσον αφορά την θεαματική αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων. Πιο συγκεκριμένα, όλα τα μεγέθη από τα οποία εξαρτάται η βελτίωση των συνθηκών εργασίας και ζωής των εργαζόμενων τάξεων, δηλαδή οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, η αγοραστική δύναμη των μισθών, ο αριθμός των απασχολουμένων, το ΑΕΠ, η παραγωγικότητα της εργασίας και οι εξαγωγικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, βρίσκονται σε πτωτική πορεία και η μείωσή τους έναντι του 2009 είναι δραματική. Αντιθέτως, εντυπωσιακή είναι πλέον η επιτυχία της ασκούμενης οικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής να αυξήσει κατακόρυφα τον λόγο κερδών / μισθών (όπως αυτός εξειδικεύεται στο διάγραμμα, είτε ως διαθέσιμο εισόδημα των εταιρειών προς αμοιβές εργασίας, είτε ως μικτά κέρδη προ φόρων προς αμοιβές εργασίας).

Για όσους, λοιπόν, ανήκουν στις κοινωνικές τάξεις που ζουν χάρη στην εργασία τους, η ελληνική οικονομία δεν είναι καθόλου Success Story, ενώ για όσους ζουν από τα κέρδη του κεφαλαίου τους, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Θα ήταν μάλλον απίθανο να μην θεωρούν ως επιτυχημένη μια πολιτική που αποδιαρθρώνει ή εξουδετερώνει όλους τους θεσμούς προστασίας της εργασίας, μειώνει κατακόρυφα τις αποδοχές των εργαζομένων και τις όποιες υποχρεώσεις της επιχείρησης έναντι της κοινωνίας (πλην της φιλανθρωπίας των εταιρειών που αναπτύσσεται ως το ευτελές και προσβλητικό υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους). Αυτό εξηγεί πιθανότατα και το κλίμα αισιοδοξίας που καταγράφεται στους δείκτες οικονομικού κλίματος των τελευταίων μηνών, αλλά και την γενικότερη ευφορία της αστικής τάξης και τον αντικατοπτρισμό του Success Story.

Πρόκειται για αντικατοπτρισμό επειδή η εκρηκτική αύξηση του λόγου κερδών / μισθών, στην παρούσα ιστορική στιγμή, ικανοποιεί μεν το βραχυπρόθεσμο ιδιοτελές συμφέρον της αστικής τάξης (εξ ου και η ευφορία), πλην όμως υπονομεύει το μακροχρόνιο πολιτικό συμφέρον της επειδή απομακρύνει τη δυνατότητα παράστασης του ταξικού συμφέροντος της άρχουσας τάξης ως συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Ενώ η πολιτική ηγεμονία μιας άρχουσας τάξης βασίζεται σε παραχώρηση βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της προκειμένου να διασφαλιστεί το μακροχρόνιο συμφέρον της, και εν τέλει η πολιτική εξουσία της, στην παρούσα ιστορική φάση συμβαίνει το αντίστροφο: ασκείται μια κυβερνητική πολιτική που δίνει προτεραιότητα στα βραχυχρόνια συμφέροντα της κυρίαρχης αστικής τάξης και υπονομεύει τα μακροχρόνια.

Αυτό αναπόφευκτα μας θυμίζει την παρατήρηση του Νίκου Πουλαντζά ότι η εγγύηση ορισμένων οικονομικών συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων από την καπιταλιστική εξουσία είναι εγγεγραμμένη ως δυνατότητα – και μόνον ως δυνατότητα – στο κράτος, και ότι επιβάλλεται με την πολιτική και οικονομική πάλη των κυριαρχούμενων τάξεων. Εάν όμως ισχύει ότι αυτή η εγγεγραμμένη στη φύση του αστικού κράτους δυνατότητα γίνεται πραγματικότητα μόνον υπό την πίεση της πολιτικής και οικονομικής πάλης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, τότε συνάγεται ότι η ίδια η αστική τάξη υπακούει αυθόρμητα, σαν τυφλή δύναμη, στην ακατανίκητη ροπή της να εξαθλιώνει – και μάλιστα με την έννοια της απόλυτης εξαθλίωσης – τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις, και η μετατροπή σε πραγματικότητα της δυνατότητας παραχωρήσεων από το αστικό κράτος δεν μπορεί παρά να είναι το έργο μιας πολιτικής δύναμης ταξικού συμβιβασμού, όπως η σοσιαλδημοκρατία. Εάν πάλι αυτό δεν καθίσταται δυνατό λόγω του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων ή της ταξικής δυναμικής του κοινωνικού σχηματισμού, δημιουργούνται οι αντικειμενικοί όροι για μια ανοιχτή κρίση της αστικής ηγεμονίας. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Ελλάδας στην παρούσα ιστορική στιγμή.

Διάγραμμα 3. Βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.

4. Η στρατηγική σημασία της πολιτικής της εξαθλίωσης

Εν τω μεταξύ, έχει γίνει αντιληπτό ότι η δραστική μείωση των μισθών με την ύφεση και την ανεργία που προκαλεί, οδηγεί σε απροσδόκητα άμεσα οφέλη για την αστική τάξη. Δημιουργεί κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης οι οποίοι είναι ευνοϊκοί για την ανασυγκρότηση της οικονομίας σε νέες βάσεις, με κινεζοποίηση της αγοράς εργασίας, γιγαντιαία μεταφορά πόρων από τις εργαζόμενες τάξεις προς τους κεφαλαιούχους ώστε να διασωθεί το πλεονάζον κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, διατήρηση των εισοδημάτων κεφαλαίου σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα.

Συνεχίζεται έτσι μια πολιτική που δεν επιτυγχάνει τους διακηρυγμένους στόχους της πλην όμως αποδιαρθρώνει και ανασυγκροτεί την ελληνική οικονομία και κοινωνία επί νεοφιλελεύθερων-αυταρχικών βάσεων, πραγματοποιεί μια ιστορικών διαστάσεων, πρωτοφανή αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζόμενων τάξεων, προσαρμόζει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας στο επίπεδο της μειωμένης διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητάς της, και μειώνει έτσι τις καθαρές ανάγκες εξωτερικού δανεισμού.

Ωστόσο, για να είναι επιτυχημένη η πολιτική αυτή, η πολιτική της εξαθλίωσης, θα πρέπει οι μεταβολές στο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων τάξεων να αλλάξουν χαρακτήρα. Διότι, προς το παρόν, πρόκειται για αλλαγές που έχουν συγκυριακό χαρακτήρα, με την έννοια ότι οι εργαζόμενες τάξεις θεωρούν ακόμη τη δραματική μείωση του επιπέδου διαβίωσης που υφίστανται ως φαινόμενο που έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα. Έτσι, σε μια αλλαγή της συγκυρίας που θα αύξανε το ΑΕΠ και την απασχόληση (και θα μείωνε το ποσοστό ανεργίας), οι εργαζόμενες τάξεις θα επεδίωκαν να αποκαταστήσουν το χαμένο τους εισόδημα. Αυτό θα ακύρωνε, έστω εν μέρει, τα αποτελέσματα της ασκούμενης πολιτικής. Για να επιτύχει πλήρως τους στόχους της, η πολιτική της εξαθλίωσης θα πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα, που σημαίνει ότι οι εργαζόμενες τάξεις θα πρέπει να αποδεχθούν το νέο, μειωμένο, επίπεδο των αποδοχών τους ως «κανονικό». Θα πρέπει να αποδεχθούν τον σημερινό μειωμένο μισθό ως τον αναγκαίο, τον κανονικό, τον δίκαιο μισθό για να συντηρηθούν, να αναπαραχθούν και να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

Με άλλα λόγια, για να επιτύχει η ασκούμενη πολιτική της εξαθλίωσης θα πρέπει η υποτίμηση της εργασιακής δύναμης του συνόλου των μισθωτών, που είναι ήδη μια πραγματικότητα, να μετατραπεί σε απαξίωση της εργασιακής δύναμης, δηλαδή να παγιωθεί στην αγορά εργασίας και να νομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις των ίδιων των εργαζομένων ως το φυσιολογικό, κανονικό, δίκαιο επίπεδο κατανάλωσης. Θα πρέπει να έχει εγκατασταθεί στους κόλπους της κοινωνίας μια νέα κανονικότητα, η κανονικότητα της εξαθλίωσης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων, η αποδοχή που περνάει μέσα από την ήττα και την παραίτηση. Όπως επισήμαινε ο Λένιν, ο καπιταλισμός μπορεί πάντα να βρίσκει λύση στις κρίσεις του, άλλοτε γρήγορα, άλλοτε αργά, αρκεί να υποχωρήσουν αρκετά οι εργαζόμενες τάξεις (και να αποδεχθούν τη νέα, υποδεέστερη θέση τους ως κανονική, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε).

Πράγματι, δίπλα στη διαδικασία ανάπτυξης της κρίσης της αστικής πολιτικής ηγεμονίας, φαίνεται να εξελίσσεται και μια διαδικασία ανάπτυξης της νέας κανονικότητας της εξαθλίωσης, τουλάχιστον στους κόλπους του νεοφιλελεύθερου πλήθους και της συντηρητικής λαϊκής βάσης της Δεξιάς, στους κόλπους του λαού της Δεξιάς.

Αν δούμε τα πράγματα σε μακροχρόνια οπτική, η φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου ακολουθώντας μια κατερχόμενη σπείρα βυθίζει την οικονομία στην κρίση που καταστρέφει ακόμη περισσότερο τη διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυναμώνει τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, μειώνει ακόμη περισσότερο τους μισθούς. Μακροχρόνια, η όλη διαδικασία αποκτά τη λογική του οικονομικού δαρβινισμού, τη λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των μη ανταγωνιστικών ανθρώπων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο υψηλών επιδόσεων μέσω μιας διαδικασίας «δημιουργικής καταστροφής».

Αναμφισβήτητα, αυτό μπορεί να συμβεί εάν δεν υπάρξουν κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα σταματήσουν με πολιτική απόφαση την καταστροφή. Αλλιώς μεγάλες μερίδες των υποτελών κοινωνικών τάξεων, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μερίδων της μικροαστικής τάξης, θα έχουν προσφερθεί θυσία στον Μολώχ του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

5. Ένα παράθυρο ευκαιρίας για τις κυριαρχούμενες τάξεις

Εδώ, λοιπόν, έχουμε ένα παιχνίδι διαφορετικών χρόνων, διαφορετικών ρυθμών: Ο ρυθμός με τον οποίο αναπτύσσεται η διαδικασία διάβρωσης της αστικής ηγεμονίας δεν έχει κανένα λόγο να είναι ταχύτερος ή βραδύτερος από τον ρυθμό με τον οποίο τείνει να εγκατασταθεί η νέα κανονικότητα της εξαθλίωσης των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων. Δημιουργείται έτσι ένα παράθυρο ευκαιρίας που θα παραμένει ανοικτό στις πολιτικές δυνάμεις των κυριαρχούμενων τάξεων, μερίδων και κοινωνικών ομάδων, για όσο καιρό θα διαρκεί η κρίση της αστικής πολιτικής ηγεμονίας και για όσο καιρό δεν θα έχει γίνει αποδεκτή από τις εργαζόμενες και τις άλλες κυριαρχούμενες τάξεις η εξαθλίωση ως νέα κανονικότητα. Η επιτάχυνση της μιας διαδικασίας (δηλαδή της εμβάθυνσης της κρίσης της αστικής πολιτικής ηγεμονίας) και η επιβράδυνση της άλλης (δηλαδή της αποδοχής της εξαθλίωσης) εμφανίζεται, για τις δυνάμεις της Αριστεράς, ως πολιτικός στόχος πρώτου μεγέθους.

Γι’ αυτούς τους λόγους, η άνοδος των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι η μοναδική μας ελπίδα, οφείλει να ακολουθήσει τον δρόμο προς την κατάκτηση του ηγεμονικού πολιτικού ρόλου από τις εργαζόμενες τάξεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να είναι ο ίδιος ο λαός της Αριστεράς που τείνει να γίνει η ηγετική δύναμη της χώρας ως εκπρόσωπος του συνόλου των κυριαρχούμενων τάξεων. Προς το παρόν, αυτό δεν γίνεται ιδιαίτερα συνειδητά, αλλά περισσότερο σαν μια αυθόρμητη κίνηση. Επαφίεται στις οργανωμένες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωρίσουν αυτήν την κίνηση και συνειδητά να βάλουν τη ρότα του κόμματος επάνω στη γραμμή της κατάκτησης της πολιτικής ηγεμονίας που θα σπρώξει την αστική τάξη στο περιθώριο.

1 Στην Ελλάδα της εσωτερικής υποτίμησης πραγματοποιείται μια διαδικασία αποεπένδυσης, με την έννοια ότι οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που πραγματοποιούνται είναι τόσο μικρές ώστε δεν φτάνουν ούτε για να αναπληρώσουν τις πάγιες παραγωγικές εγκαταστάσεις που αποσβένονται ή αποσύρονται από το παραγωγικό δυναμικό εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας ολόκληρων επιχειρήσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται ο συνολικός όγκος προϊόντος που θα ήταν σε θέση να παράγει η χώρα ακόμη και εάν υπήρχε η απαραίτητη ζήτηση για τα εγχώρια προϊόντα. Έχει καταστραφεί πλέον ένα μέρος των συνολικών παγίων εγκαταστάσεων με το οποίο γινόταν η παραγωγή πριν από την κρίση. Αντίστοιχα έχει μειωθεί η ικανότητά μας να μειώσουμε την ανεργία που γίνεται όλο και πιο «διαρθρωτική», δηλαδή ανεξάρτητη, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, από την πολιτική διαχείρισης της ζήτησης. Το μέγεθος του προϊόντος που μπορούμε να ανακτήσουμε με μια πολιτική χρήσης του αργούντος παραγωγικού δυναμικού (χωρίς τη συνεισφορά νέων καθαρών επενδύσεων) είναι κατά προσέγγιση μόνο τα 3/5 του προϊόντος που χάθηκε από το 2008 μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, τα 2/5 της απώλειας σε προϊόν και απασχόληση δεν θα μπορούσε σήμερα να αναπληρωθεί παρά μόνον πραγματοποιώντας επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο.

Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση. Τεύχος 124, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2013

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1232&Itemid=29

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πολιτική| εργασία | κινήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s