Η ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ Η ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΗ ΕΛΞΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Editorial Θέσεις
Τεύχος 129, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014

“They sentenced me to twenty years of boredom
For trying to change the system from within”

Leonard Cohen – First We Take Manhattan

1. Δύσκολα ερωτήματα

Όσο περνάει ο χρόνος και διαφαίνεται η ισχυρή πιθανότητα αν όχι βεβαιότητα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, τόσο πληθαίνουν τα ερωτήματα για τις κομβικές επιλογές που θα καθορίσουν την πολιτική και κυρίως την κρατική διαχείριση. Ιδίως επειδή η Αριστερά έχει επανειλημμένα καταγγείλει την άρχουσα τάξη που χρησιμοποιεί το κράτος ως εργαλείο ταξικής επιβολής και ταυτόχρονα ιδεολογικού προσεταιρισμού και αφομοίωσης των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων. Τίθενται λοιπόν σήμερα ερωτήματα και απορίες που έως πριν μερικά χρόνια ανήκαν στην πολιτική «Δευτέρα Παρουσία», σε συνθήκες ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων και εργατικής εξουσίας.

Όταν όμως ο «υλισμός του αστάθμητου» αγνόησε τα προαπαιτούμενα της αριστερής περιοδολόγησης και η «ανατροπή» έχει τεθεί επί τάπητος σε συνθήκες ευρύτατης απονομιμοποίησης των πολιτικών ιδεολογικών μηχανισμών ως επακόλουθο της κρίσης, είναι αδύνατο να παραπέμψει κανείς στις (αριστερές) ελληνικές καλένδες ζητήματα όπως:

Πώς μπορεί να διαχειριστεί η Αριστερά τη σχέση κράτους, κεφαλαίου και κυριαρχούμενων τάξεων στην κρίση;

Ποιο πρόσημο θα αποκτήσουν οι κρατικές παρεμβάσεις στην κρίση, ποιο περιθώριο υπάρχει για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων με την αξιοποίηση των κρατικών μηχανισμών;

Πόση αυτονομία μπορεί να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός που έχει εγκαθιδρυθεί και λειτουργεί στο συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης κεφαλαίου-εργασίας;

Πόσο μπορεί να μετασχηματιστεί ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους απέναντι στην αγορά και πόση έκταση μπορεί να λάβει ο «οικονομικός ρόλος του κράτους» ειδικά στην περίοδο της μεγάλης κρίσης που έχει ανατρέψει δεδομένα δεκαετιών;

Ποιο αποτέλεσμα μπορεί να πετύχει μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα επιχειρήσει να αναμορφώσει, να «εκδημοκρατίσει» στεγανούς μηχανισμούς οι οποίοι μέχρι σήμερα έχουν εμφανίσει σημαντική αντοχή στις προσπάθειες μετασχηματισμού τους;

Τελικά, ποιες είναι οι επιλογές πολιτικής που διατίθενται για μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα επιδιώξει να εκφράσει και να προωθήσει τα συμφέροντα των «από κάτω» στον κοινωνικό ανταγωνισμό, και πόσο συνδέονται αυτές με μια έστω ριζική και εκ βάθρων «εσωτερική» παρέμβαση στους μηχανισμούς, μια παρέμβαση που θα καταστεί εφικτή επειδή η Αριστερά θα έχει στα χέρια της τους μοχλούς της κυβερνητικής εξουσίας;

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ποικίλουν, ενώ μερικά τα έχει απαντήσει με τον τρόπο της η ίδια η ιστορία.

2. Εύκολες απαντήσεις

Υπάρχει βασικά εκείνη η σχολή σκέψης (και πρακτικής) στο εσωτερικό της Αριστεράς που ενώ χρειάστηκε περίπου δυο δεκαετίες για να «αναλύσει» και να «ερμηνεύσει» την κατάρρευση του «υπαρκτού», εξακολουθεί και σήμερα να θεωρεί ότι «[…] παρά τα όποια προβλήματα των σοσιαλιστικών χωρών, το διαμορφωμένο σοσιαλιστικό σύστημα στον 20ό αιώνα απέδειξε την ανωτερότητα του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού, τα τεράστια πλεονεκτήματα που παρέχει για την εργασία και τη ζωή των εργαζομένων».1

Αυτή η εξαιρετικά ανθεκτική σχολή σκέψης και «πολιτικής», που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα τείχη του ΚΚΕ, έχει τα περισσότερα από τα παραπάνω ζητήματα λυμένα με απλές συνταγές που ο κοινός παρονομαστής τους είναι η νομή της κρατικής εξουσίας: Αυτής που επί δεκαετίες μεριμνούσε ώστε να έχουν «όλοι εξασφαλισμένη εργασία, δημόσια δωρεάν ιατρική περίθαλψη και Παιδεία, παροχή φθηνών υπηρεσιών από το κράτος, κατοικία, πρόσβαση στην πνευματική και πολιτιστική δημιουργία» (στο ίδιο).

Αρκεί λοιπόν η νομοθέτηση της «κατάργησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής» για να μετατραπεί το κράτος από «εργαλείο της άρχουσας αστικής τάξης» σε αποθεματικό κοινής ωφέλειας για τον εργαζόμενο, με «ολίγη καταστολή» βεβαίως για τους αμετανόητους νοσταλγούς του «παλαιού καθεστώτος», που προφανώς ήταν στην υπηρεσία του (ταξικού αλλά ταυτόχρονα και εθνικού) εχθρού.2

Ποιο είναι όμως το ειδοποιό εκείνο στοιχείο που διασφάλισε την «εξαφάνιση του καπιταλισμού» από τους κοινωνικούς σχηματισμούς που χτίστηκαν στο όνομα του μαρξισμού και για λογαριασμό του; Ποια είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη για τη δημιουργία του επίγειου παράδεισου, που στη θύμησή του ακόμη και σήμερα «αναπέμπουν δεήσεις» οι πρωθιερείς του ελληνικού «PRI – Partido Revolucionario Institucional» και κάθε νόμιμου ή μη κληρονόμου του;

Παρά τις αναγκαίες αναφορές στην «προοπτική της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης», το ζήτημα της εξουσίας τελικά εντοπίζεται στο κράτος που θα καταληφθεί: το «εργατικό κράτος», το «παλλαϊκό κράτος» του «ύστερου σοσιαλισμού», το «αναγκαίο κράτος» του ώριμου σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού, που μάλιστα σε κάποια φάση είχε οριστεί στη σοβιετική περιοδολόγηση για το «2000». Το «κράτος» ως συνώνυμο της «κατάργησης του καπιταλισμού», σημαίνει την υποκατάσταση της αγοράς από τον «σοσιαλιστικό προγραμματισμό», τη «μη ανταγωνιστική επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν στην προσπάθεια ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών».

Μένει βέβαια να εξηγηθεί η μεγάλη ευκολία με την οποία πραγματοποιήθηκε η κατάρρευση των «σοσιαλιστικών κοινωνιών» και ιδίως η επάνοδος της αγοράς πρώτα στην κοινωνία και κατά δεύτερο λόγο θεσμικά με την αποκατάσταση ρυθμίσεων και κανόνων ανταγωνισμού. Και το «παράδοξο» συμπλήρωμά της, η ανθεκτικότατη επιβίωση της «σοσιαλιστικής» μονοπωλιακής ρύθμισης, ως λαϊκής ιδεολογίας του «κομμουνιστικού αντίπαλου δέους» στα κείμενα και την πρακτική των αριστερών ιδεολογιών της «ανατροπής» των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας.

3. Νομικές μορφές

Η «ανατροπή των κυρίαρχων σχέσεων εξουσίας» στις κοινωνίες της μετάβασης σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη νομή της κρατικής μηχανής και τη νομιμοποίησή της μέσα από ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων εξουσίας κρατικού καπιταλισμού, που απλά φόρεσε στις αγορές τη μάσκα του «σοσιαλισμού» και «έκρυψε» καλά τον κεφαλαιακό ανταγωνισμό μέσα στο πέπλο του «πλάνου» και της μονοπωλιακής ρύθμισης. Τόσο «αποτελεσματικά» ώστε το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο που βγήκε κραυγαλέα στην επιφάνεια οδήγησε «νομοτελειακά» στην «παλινόρθωση» του κλασικού καπιταλισμού και την ανοιχτή νομιμοποίηση της αγοράς, απαλλαγμένης από τα δεσμά του «πλάνου» και των αναποτελεσματικών κομματικών ισορροπιών.

Παρόλα αυτά, 60 και πλέον χρόνια αναγκαστικής ή μη, κριτικής ή άκριτης «υπεράσπισης του σοσιαλισμού» με υπαρκτό ή ανύπαρκτο πρόσημο, σε συμπολίτευση ή αντιπολίτευση προς τα εξαμβλωτικά μορφώματα των «εθνικοαπελευθερωτικών λαϊκών δημοκρατιών» έχουν αφήσει ανεξίτηλα ίχνη σε όλο το αριστερό φάσμα. Και έναν λίγο πολύ κοινό παρονομαστή: τη λατρεία του «δημόσιου» κεφαλαίου και τη απέχθεια προς το ιδιωτικό κεφάλαιο. Ένα «δημόσιο» κεφάλαιο αλλά και ένα Δημόσιο (κράτος) που – στη μέση αριστερή συνείδηση – δεν είναι πλέον εκφραστής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου αλλά του «κοινού συμφέροντος».

Η νομική μορφή ως ερμηνευτικό όπλο στον κοινωνικό ανταγωνισμό!

Αρκεί άραγε η «επέλαση των τιμίων και αγνών αντιπροσώπων», των εκφραστών της πολιτικής βούλησης για προώθηση της «αυθεντικής ανατροπής», ώστε να αλλάξει ο προσανατολισμός και να εγκαινιαστεί η πορεία μετάβασης; Απαλλαγμένης από ανελεύθερες πρακτικές (ο «δημοκρατικός δρόμος»), δόλιους συμβιβασμούς («πίστη στο λαό») και κάθε είδους υπαναχωρήσεις στα κελεύσματα του μεγάλου κεφαλαίου («η συμμαχία του μικρού κεφαλαίου με την εργασία»);

Η ιστορία έχει δείξει την αποτυχία του κρατικού καπιταλισμού να προχωρήσει έστω και κατ’ ελάχιστον την υπόθεση του κοινωνικού μετασχηματισμού. Όμως αναδείχθηκαν μήπως μονιμότεροι εναλλακτικοί θεσμοί, έξω από τους κρατικούς θεσμούς και τα παρακλάδια τους, που να πέτυχαν κάτι σε αυτή την κατεύθυνση; Κοινωνικός έλεγχος έξω από τους παραδοσιακούς θεσμούς αντιπροσώπευσης του κράτους του κεφαλαίου μόνο για μικρό χρονικό διάστημα ευδοκίμησε, χάρη στη δυναμική συγκεκριμένων κοινωνικών κινημάτων και την παροδική αδυναμία των αστικών θεσμών να τα ενσωματώσουν στην κανονική λειτουργία τους.

Αντιθέτως στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» υπήρξε συχνά καθαρή σύγκρουση της εργασίας με το (κρατικό) κεφάλαιο και στη συνέχεια καταστολή με γνώμονα το «δημόσιο συμφέρον» και την προστασία του «σοσιαλισμού» από τους εχθρούς και τους προδότες. Κάπως σαν το κλασικό αστικό κράτος, που ως θεματοφύλακας του γενικού συμφέροντος αντιπαραθέτει την κοινωνία απέναντι στα «μεμονωμένα συμφέροντα», το ειδικό απέναντι στο γενικό, την ιδιοτέλεια της «συντεχνίας» απέναντι στη συντεταγμένη «κοινή ωφέλεια».

4. Σημαία ευκαιρίας

Αποτελεί όμως «λυδία λίθο αριστεροσύνης», που αφενός ελέγχει την αυθεντικότητα της όποιας αριστερής πρότασης, αφετέρου προκρίνει την πλέον δόκιμη εφαρμογή της, η αξιοποίηση της κρατικής μηχανής; Υφίσταται ένας τέτοιος δρόμος (κοινωνικής) «ανασυγκρότησης» (ίσως μάλιστα και πορείας προς τον «σοσιαλισμό»), όπου το κεφάλαιο απλά υποστέλλει την τάση συσσώρευσης και κυριαρχίας του, για να περιοριστεί απλώς στον ρόλο του «μικρού κεφαλαίου», που συνοδεύει για λόγους ευελιξίας – ίσως και ιστορικής συνέχειας – την πορεία του κρατικού μηχανισμού προς την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και την εγκαθίδρυση της «κοινωνίας της αρμονίας»;

Αρκεί η Αριστερά να υψώσει τη σημαία του «δημοσίου», ώστε με αυτό τον τρόπο να διασφαλίσει αμαχητί την επίλυση της βασικής αντίφασης κεφάλαιο-εργασία, έχοντας ως μαγικό ραβδί το «συμφέρον της κοινωνίας» και όπλο τη «δίκαιη» χρήση μέρους των κερδών του κεφαλαίου προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου;

Είναι πράγματι εχθρός του «δημοσίου» το ιδιωτικό, ο ανταγωνισμός, η αγορά, ή πρόκειται για εκδοχές ενός αναλλοίωτου στον πυρήνα του συστήματος; Ας φανταστούμε την υπερίσχυση του «δημοσίου» σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: Τη δημιουργία μιας δημόσιας εταιρίας ανά κλάδο ή δραστηριότητα, η οποία θα αναλάβει την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου, την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, την εμπορία των δημόσιων αγαθών, τη διαχείριση στρατηγικών τομέων της οικονομικής δραστηριότητας, κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, δημόσιοι διοικητικοί μηχανισμοί θα μεριμνούν για τη ρύθμιση των αγορών, κατά τρόπο που θα αποφεύγει τα ιδιωτικά μονοπώλια, ενσωματώνοντάς τα στην κρατική ρύθμιση.

Αρκεί μια τέτοια ρύθμιση για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της εργασίας απέναντι στο κεφάλαιο, να διευκολύνει την αυτοοργάνωσή της και τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης; Της επιτρέπει να αυξήσει την ισχύ της στην παραγωγή και την κοινωνία, να διαμορφώσει θεσμούς κοινωνικού ελέγχου;

Ή αντίθετα υπάρχει ο κίνδυνος να υψωθεί απλώς μια «δημόσια» σημαία ευκολίας και να θεωρηθεί ότι λύνονται οι αντιφάσεις πριν καν αναδυθούν στο φως της ημέρας;

Επειδή λοιπόν πρέπει να εστιάζουμε στις πραγματικές συγκρούσεις και αντιθέσεις, πέρα από την ταχυδακτυλουργία της «νομικής επίλυσής» τους, πρέπει ακριβώς να θυμόμαστε ότι το «δημόσιο» περιβάλλον ήταν εκείνο που επικράτησε για δεκαετίες στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», μεταφέροντας την αγορά και τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, που αρχικά «πουλήθηκε» για «σοσιαλισμός» για να μεταμορφωθεί τάχιστα σε κλασικό καπιταλισμό με την «κατάρρευση». Και επίσης ότι άρκεσε ένα απλό τρυκ της «μετοχοποίησης» των κρατικών εταιριών για να μετατραπούν σε ιδιωτικές και να περάσουν πάραυτα και με τη νομική έννοια στα χέρια εκείνων που πραγματικά νέμονταν έτσι κι αλλιώς την εξουσία, μέσα στον «σοσιαλιστικό» δεσποτισμό του εργοστασίου. Ενώ οι «πανίσχυρες σοσιαλιστικές δομές», τις οποίες ακόμη και σήμερα postmortem διαφημίζουν τα κακόηχα λαϊκοδημοκρατικά φερέφωνα, απλά διεκδίκησαν και αυτές ένα μέρος από την πίτα εξουσίας και χρήματος που συνεισέφεραν οι κομματικοί διαχειριστές στο «μεγάλο φαγοπότι» του ιδιωτικού πλέον κεφαλαίου.

Οι κρατικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους δεν μετασχηματίστηκαν από την είσοδο επαναστατών σε αυτούς στη Ρωσία του ’17, ούτε από την κατάληψή τους από «εθνικοαπελευθερωτές-πατριώτες» στις λαϊκές δημοκρατίες του Μεταπολέμου και εξής. Χωρίς την ανάδυση νέων εναλλακτικών θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικού ελέγχου με ορίζοντα μια κοινωνία των αναγκών, οι μηχανισμοί ασμένως αφομοίωσαν κάθε αμφισβητία, τον οποίο μετασχημάτισαν σε πιστό διαχειριστή και οπαδό της συνέχειάς τους. Και ουδέποτε αρνήθηκαν ένα «αριστερό» πρόσημο, προκειμένου να διασφαλίσουν την εξουσία τους πάνω στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της.

5. Η αγορά του κράτους

Η άνοδος της Αριστεράς και η πιθανή μελλοντική εκλογική επικράτησή της, θα φέρει στην επιφάνεια τις δυσκολίες και τους περιορισμούς ενός εγχειρήματος που λειτουργεί σε καθεστώς κοινωνικής απονεύρωσης, με αναιμικούς μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου και με διαδικασίες εν λευκώ ανάθεσης σε νέους διαχειριστές, οι οποίοι όμως είναι αδύνατο, μέσα μόνο από νομικές μορφές, να επιλύουν προς το συμφέρον των «από κάτω» τα προβλήματα της υπόγειας κίνησης των κοινωνικών αντιφάσεων.

Η ιστορία δεν είναι νέα. Με κάποιο τρόπο, όσο και αν οι συνθήκες δεν είναι ποτέ οι ίδιες, ένα αρνητικό σενάριο έχει παιχτεί ξανά και ξανά στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης αλλά και αλλού: Η ήδη μεγάλη αγορά του δημοσίου έρχεται πολύ σύντομα αντιμέτωπη με τους «εξωτερικούς περιορισμούς» έλλειψης πόρων, περιορισμένων δεξιοτήτων χειρισμού ανταγωνιστικών καταστάσεων, δελεαστικών προσφορών για «αυξημένη αποδοτικότητα», αλλά και τον αναπόφευκτο προσωπικό πλουτισμό των διαχειριστών. Πρόκειται για περιορισμούς που η αποδοχή τους και η ενσωμάτωση στην κυρίαρχη διαχειριστική πολιτική σταδιακά αποτέλεσαν «μονόδρομο».

Αυτό που εξωτερικά προέκυψε ως διαφθορά και αξιοποίηση των μηχανισμών προς ίδιο όφελος των διαχειριστών της εξουσίας δεν ήταν παρά η μύτη του παγόβουνου. Βάση για την τελική επικράτηση του «μονόδρομου» υπήρξε πάντα η διατήρηση της ταξικής στεγανότητας των κρατικών μηχανισμών, με τη «φιλολαϊκή» διαχείριση να παράγει η ίδια τα συμπτώματα ακύρωσης και ανατροπής της, με απώτατο εκφυλιστικό σύμπτωμα την ακύρωση του εγχειρήματος μέσα από την αποδοχή του δόγματος ότι η «καλύτερη κοινωνική πολιτική είναι μια υγιής οικονομική πολιτική», ή «πρώτα να μεγαλώσει η πίτα και μετά θα τη μοιράσουμε δίκαια».

Ο μόνος τρόπος να ελεγχθεί, να περιοριστεί και τελικά να ανατραπεί η αστική εξουσία είναι η παρέμβαση στην ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, με όπλο τους κοινωνικούς συσχετισμούς και αιχμή του δόρατος την πολιτική. Αυτή μπορεί να ανατρέψει την κυρίαρχη λογική που διαπερνά απ’ άκρου εις άκρο το κράτος της αγοράς, το κράτος του κεφαλαίου. Μια πολιτική που δεν αρκείται σε απλή αντιστροφή των όρων, την τοποθέτηση δηλαδή της αγοράς του κράτους στη θέση της ανταγωνιστικής αγοράς και την προσποίηση ότι με αυτό τον τρόπο δαμάζεται το κράτος της αγοράς.

Γιατί όσο οι αξίες επιβάλλονται στις ανάγκες, όσο αποτιμάται χρηματικά η κάθε επιδίωξη, το κάθε δικαίωμα, η κάθε διεκδίκηση της εργασίας, ακόμη και η «αριστερή» διαχείριση αργά ή γρήγορα θα υποκύψει στις «αναγκαιότητες» και τα «κελεύσματα» της συγκυρίας. Η αγορά του κράτους με «αριστερό» πρόσημο ή χωρίς είναι πρώτα και κύρια αγορά που λειτουργεί με κώδικες και πρόσημο «δημόσιου» χαρακτήρα, με κύριο χαρακτηριστικό τη στεγανοποίηση των μηχανισμών, τον εξοβελισμό των αντιφάσεων και την επίκληση του «κοινωνικού συμφέροντος» ως διαβατήριου για την απονεύρωση των κοινωνικών αντιστάσεων.

Χωρίς την έντονη κοινωνική αμφισβήτηση που θα επιδιώξει να αναδειχθεί μέσα από νέους θεσμούς και δράσεις, που θα αμφισβητήσουν αρχικά τη μοναδικότητα και στη συνέχεια την πρωτοκαθεδρία του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, το κράτος με αριστερή διαχείριση και «δημόσιο» προσανατολισμό δεν πρόκειται να αποτελέσει παρά μια παραλλαγή του κράτους της αγοράς. Μια αγορά που θα αξιοποιήσει προσωρινά το κράτος, αναδεικνύοντας αυτή τη ρύθμιση ως ιστορική παρένθεση που θα πείσει και τους τελευταίους δύσπιστους για το «τέλος της ιστορίας».

6. Ethical markets?

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι το κράτος του κεφαλαίου, ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, δεν είναι ένα ουδέτερο χρήσιμο δοχείο που κατά περίπτωση (και βούληση) γεμίζει με αριστερό ή δεξιό περιεχόμενο. Το κράτος είναι ένας μηχανισμός στα χέρια του κεφαλαίου που μεριμνά ώστε το συμφέρον του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας να εμφανίζεται ως το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, όλης της κοινωνίας. Ανάλογα με την ιστορική περίοδο και τη φάση στη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, το κράτος έχει διαφορετικό πρόσημο: είναι άλλοτε παρεμβατικό και «κοινωνικό» στην αρχική συσσώρευση που γίνεται με αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων επενδύσεων, και άλλοτε ρυθμιστικό και περιορισμένο στη διαφύλαξη του ανταγωνισμού και την πειθάρχηση της εργασίας που έχει χαλαρώσει από τα ενδοτικά κοινωνικά συμβόλαια.

Σε όλη αυτή τη διαδικασία οι μηχανισμοί είναι πάντα στεγανοί, στον πυρήνα τους μη διαπερατοί από τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Η ιστορία έχει δείξει ότι το τελευταίο ισχύει ανεξάρτητα από το πρόσημο του διαχειριστή, διότι οι «εξωτερικοί περιορισμοί» έχουν αποδειχθεί ισχυρότεροι των ευγενών προθέσεων. Και πάλι ιστορικά έχει προκύψει ότι οι έστω και σύντομες περίοδοι ανατροπών και ριζικών αλλαγών (η Κομμούνα, η Ρώσικη Επανάσταση, κλπ.) στηρίχθηκαν σε ένα μοντέλο δυαρχίας, όπου η «εξουσία του δρόμου» αναπτύχθηκε και στάθηκε αντίπαλο δέος απέναντι στην εξουσία των κρατικών μηχανισμών, προκειμένου να ανατρέψει την εξουσία του κεφαλαίου. Με την απουσία συνέχειας βεβαίως να εξηγείται με την αφομοίωση της «εξουσίας του δρόμου» από τους κυριευμένους κρατικούς μηχανισμούς. Οι οποίοι πρόσφεραν στους διαχειριστές (πρώην επαναστάτες) εύκολο καταφύγιο για μια εκ των άνω επιβολή (και συχνά καταστολή), αντί της επίπονης προσπάθειας για συστηματική αποσυναρμολόγηση της μικροφυσικής της καπιταλιστικής εξουσίας.

Όμως η δυαδική εξουσία δεν μπορεί να θεωρείται «στιγμιαίο» εγχείρημα για την κατάληψη των μηχανισμών. Διότι το κράτος της αγοράς το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι παραλλαγές της αστικής ηγεμονίας, με τον «μονοπωλιακό καπιταλισμό» να κλείνει φιλήδονα το μάτι στους θιασώτες της αγοράς του κράτους. Η μόνη εγγύηση για τη ριζική ανατροπή της αστικής κυριαρχίας και την πορεία προς την κοινωνία των αναγκών είναι η μονιμότητα της δυαδικής εξουσίας, η αντιπολίτευση των νέων θεσμών οργάνωσης της κοινωνίας προς τις δομές των κρατικών μηχανισμών, ακόμη και αν αυτοί βρίσκονται κάτω από αριστερή διαχείριση.

Είναι εξαιρετικά κρίσιμο για την επιτυχία οποιουδήποτε εγχειρήματος αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών να αμφισβητηθεί πρακτικά μέσα στην κοινωνία η λειτουργία και ο ρόλος των ανταλλακτικών αξιών και του χρήματος, υπέρ των αξιών χρήσης και των αναγκών. Από τη στιγμή που εμπορευματοποιείται η οποιαδήποτε παραγωγή, η κρατική παρέμβαση απλά ορίζει τους όρους της ανταλλαγής, τους κανόνες του ανταγωνισμού, τον σεβασμό των αξιών. Προστατεύει το κεφάλαιο στον πυρήνα του, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και το τυχόν αριστερό πρόσημο των διαχειριστών της. Το στοίχημα για την ανατροπή βρίσκεται στη δημιουργία συνθηκών αμεσότητας των ανταλλαγών που εμφανίζονται πλέον ως αξίες χρήσης, μονάδες ικανοποίησης των αναγκών πριν και χωρίς τη διαμεσολάβηση του γενικού ισοδύναμου που τις μετατρέπει σε αξίες.

Η κρίση εκτός από τις πολιτικές ανατροπές έφερε και μια σχετική αποστασιοποίηση των πολιτών από τα παραδοσιακά πρότυπα της οικονομίας των αγορών. Έφερε πιο κοντά την άμεση ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών με βάση τις ανάγκες χωρίς τη διαμεσολάβηση χρήματος, το οποίο για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού έχει εξαφανιστεί με τη μαζική ανεργία και την ανθρωπιστική κρίση. Όμως οι άνθρωποι παρά την ανέχεια εξακολουθούν να είναι φορείς των ίδιων γνώσεων, δεξιοτήτων και παραγωγικών δυνατοτήτων που είχαν και πριν τη μαζική απαξίωση όλων των παραπάνω. Η άμεση ανταλλαγή υπηρεσιών έχει δειλά προχωρήσει από μόνη της. Εκεί όμως που χρειάζεται μαζική στράτευση και ενεργή προστασία είναι η εκκίνηση της παραγωγικής μηχανής, από το σημείο που η παραδοσιακή επιχειρηματική στρατηγική καταρρέει ελλείψει αποδοτικότητας. Ιδίως μετά από μακρές περιόδους πολιτικού εφησυχασμού, κατά τον οποίο πειραματικά εγχειρήματα συνεταιριστικής παραγωγής ή ανάληψης της διαχείρισης από τους άμεσους παραγωγούς έχουν ατονήσει ή μετατεθεί στο χώρο της ουτοπίας.

Ο λόγος της απουσίας άμεσης ανταλλαγής σε μια παραγωγή που θα στοχεύει στην ικανοποίηση των αναγκών και όχι στην κυκλοφορία εμπορευμάτων, εν μέρει μόνο εξηγείται από την εχθρότητα των «από πάνω» ή των αστικών θεσμών. Σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η εχθρότητα κάποιων αριστερών προφητών που είτε παραπέμπουν τα ζητήματα στη «σοσιαλιστική ανάσταση», είτε αφορίζουν την άμεση οικοδόμηση της δυαρχίας ως ρεφορμιστική αυταπάτη και τροχοπέδη για την κατάληψη της εξουσίας.

Σήμερα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για δημιουργία ή συντονισμό σημαντικών δικτύων άμεσης ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών ώστε να μην λείπουν τα βασικά αγαθά από όσους έχουν γίνει θύματα της κρατικής διαχείρισης της κρίσης, της μαζικής ανεργίας, της κατάρρευσης των επίσημων θεσμών κοινωνικής προστασίας. Και παράλληλα να οικοδομηθούν μηχανισμοί άμεσης οργάνωσης των παραγωγών, λειτουργίας των υποδομών που το κεφάλαιο εγκαταλείπει λόγω ελλειμματικής απόδοσης, πολιτικής χειραφέτησης κοινωνικών στρωμάτων που η κρίση έχει ωθήσει σε μια ακόμη διαδικασία ανάθεσης προς τους «συνεπείς» διαχειριστές, την οποία το κεφάλαιο και το κράτος του δεν θα έχει μεγάλη δυσκολία να αφομοιώσει.

Πολλοί θα αντιτείνουν ότι έτσι δημιουργούνται παράλληλες αγορές, στην καλύτερη περίπτωση «ethicalmarkets», άλλη μια πορεία προς το άγνωστο με αμφίβολο αποτέλεσμα. Μπορούν να γίνουν όμως ανοιχτοί μηχανισμοί, διαπερατοί από την ταξική πάλη και πρόπλασμα αντίπαλου δέους για δημιουργία δυαρχίας, μιας μόνιμης αντιπολίτευσης της εργασίας προς το κράτος και το κεφάλαιο.

Εναλλακτικά, μπορεί κανείς βέβαια να εμπιστευθεί τους όρκους τιμής ορισμένων επίδοξων αριστερών διαχειριστών που διατείνονται ότι μόνοι αυτοί διαθέτουν το μαγικό φίλτρο «αλλαγής του συστήματος από τα μέσα».

Όμως, όπως έλεγε και ο Λένιν, η εμπιστοσύνη είναι καλή, ο έλεγχος όμως καλύτερος!

1 Από μόνιμο «αφιέρωμα» στον ιστότοπο του Ριζοσπάστη (http://www.rizospastis.gr/photoGrouping.do?format=detail&grouping=8 ) με τίτλο Εκεί που οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός με σύντομο κείμενο αναφοράς που εκθειάζει την «κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής» στην ΕΣΣΔ η οποία «απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς, άνοιξε το δρόμο για την παραγωγή και την ανάπτυξη των επιστημών, με στόχο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών». Το κείμενο πλαισιώνεται από σειρά σοσιαλ-ρεαλιστικών φωτογραφιών με χαρούμενες εργάτριες, πειθήνια παιδιά, αφοσιωμένους επιστήμονες και ξένοιαστους εργάτες που κάνουν διακοπές σε μαγευτικά θέρετρα, που σε οδηγούν να ψάχνεις τον πολιτικό όφι που προδοτικά πλάνεψε τους σοσιαλιστικούς πρωτόπλαστους για να απομακρυνθούν από αυτόν τον «κομμουνιστικό παράδεισο».

2 Ενδεικτική είναι εδώ η σωρεία ομολογιών των επιφανών «προδοτών» στις δίκες της Μόσχας (1936-38) που δεν παρέλειπαν να «δηλώσουν» τη συνεργασία τους με «ξένες μυστικές υπηρεσίες».

http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1257&Itemid=29

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πολιτική| εργασία | κινήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s