Φουκώ και Μαρξ. Το διακύβευμα του νομιναλισμού, ÉTIENNE BALIBAR

Φουκώ-και-Μαρξ-Το-διακύβευμα-του-νομιναλισμού


Φουκώ και Μαρξ.
Το διακύβευμα του νομιναλισμού
Ποιος ο λόγος να επανέλθουμε σήμερα στο ερώτημα των σχέσεων
τουΦουκώ και τουΜαρξ (ή της στάσης τουΦουκώ απέναντι στον
«μαρξισμό»), για το οποίο μπορούμε να σκεφτούμε ότι έχει εξαντ-
λήσει όλα τα θέλγητρα και τα οφέλη του από τα τέλη της δεκαε-
τίας του εβδομήντα τουλάχιστον, όταν ανταλλάχθηκαν όλα τα επι-
χειρήματα επ’ ευκαιρία των σφοδρών αντιπαραθέσεων που όλοι
θυμόμαστε;ΟΦουκώ έχει σχολιάσει εκτενώς τον εαυτό του σε άρ-
θρα και συζητήσεις. Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να φανταστού-
με την ειρωνεία που θα του είχαν εμπνεύσει οι σχηματικές ανα-
λύσεις και ερμηνείες στις οποίες καταλήγουν, αναπόφευκτα, οι
παραλληλισμοί μεταξύ καθιερωμένων έργων και συγγραφέων, με
ενιαίο υποτίθεται χαρακτήρα. Εντούτοις, καθώς προχωρώ σε αυ-
τήν την κατεύθυνση, θα ήθελα να την εκτρέψω σε μια πλάγια οδό
(σε μια «διαγώνιο») που θα μπορούσε να μετατοπίσει κάπως τα δια-
κυβεύματά της, σε αναζήτηση ερωτημάτων που μπορούν να τε-
θούν προκειμένου να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε εντός της φι-
λοσοφίας μαζί με τον Φουκώ, όπως και μαζί με τον Μαρξ.
Είναι δελεαστικό, ενδεχομένως και απαραίτητο για μια ανά-
γνωση που δεν είναι ευλαβική, να εφαρμόσει στα κείμενα του
Φουκώ (σκέφτομαι εδώ, κατά πρώτο λόγο, τα βιβλία του) την
αρχή με την οποία αναλύει ο ίδιος τους κανόνες σχηματισμού ή
εξατομίκευσης των αποφάνσεων: αναζητεί τη συσχέτισή τους με
άλλες, που «βρίθουν στα περιθώριά τους», με τις οποίες εισέρχο-
91
νται «στην τάξη των αμφισβητήσεων και των αγώνων», προκει-
μένου να «αναδείξει την επίπτωση που έχουν ως συμβάντα».1
Χρειάζεται, προς τούτο, να συσχετιστούν οι ενεργά υπάρχουσες
αποφάνσεις με τακτικές λόγου που συγκροτούνται, και παράγουν
τα αποτελέσματά τους, σε ένα καθορισμένο στρατηγικό πεδίο, να
μελετηθούν οι μετασχηματισμοί αυτών των τακτικών στον βαθμό
που τροποποιούν, λόγω ακριβώς της εκφοράς τους, το έδαφος
στο οποίο παρεμβαίνουν. Το θέμα δεν είναι, όπως θα έχει γίνει
κατανοητό, να προβούμε σε εικασίες περί ενός μη λεχθέντος ή πε-
ρί προθέσεων, αλλά να ληφθεί κατά γράμμα η επιβεβαίωση του
πάντοτε ήδη πολιτικού χαρακτήρα του θεωρητικού λόγου, στην
προσίδια «ασώματη υλικότητά» του.2 Η φιλοσοφία, όπως γνω-
ρίζουμε καλά από τον Καντ και εφεξής, είναι ένα Kampflatz [πε-
δίο μάχης], στο οποίο δεν υπάρχει οριστική επίλυση των συγ-
κρούσεων και όπου, κατά συνέπεια, κανένα διανοητικό σχέδιο δεν
καταλαμβάνει ποτέ μια θέση απολύτως απλή και σταθερή, αλλά
αναπτύσσεται καθώς έρχεται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες απο-
φάνσεις, μέσω της ατελεύτητης «προβληματοποίησής τους».
Ωστόσο, η απόδοση, στη βάση μιας τέτοιας προοπτικής, ενός
προνομιακού ρόλου στην αντίθεση τουΜαρξ και τουΦουκώ απαι-
τεί ευθύς αμέσως μια διευκρίνιση. Θα προτείνω την υπόθεση ότι
μια πραγματική διαμάχη με τον Μαρξ είναι συνεκτατή, υπό μορ-
φές που συνεχώς ανανεώνονται, με ολόκληρο το έργο τουΦουκώ,
και αποτελεί ένα από τα βασικά κίνητρα της παραγωγικότητάς
του. Αυτή η διαμάχη είχε ήδη ξεκινήσει τη στιγμή που γραφόταν
1. Michel Foucault, L’Archéologie du savoir, Gallimard, Παρίσι, 1969, σ.
128, 138, 159 [Michel Foucault,Η αρχαιολογία της γνώσης, μτφρ. Κ. Παπα-
γιώργης, Εξάντας, Αθήνα, 1987, σ. 151, 162, 186 –οι μεταφράσεις παρατίθεν-
ται κατά βάση ελαφρώς τροποποιημένες. (Σ.τ.Μ.)]
2.Στο ίδιο, σ. 158.
ÉTIENNE BALIBAR
92
η Ιστορία της τρέλας, αφού, όπως έχει δείξει σχετικά ο Π. Μασε-
ρέ σε ένα πρόσφατο άρθρο,3 οι λόγοι που οΦουκώ «αποφεύγει εφε-
ξής σαν την πανούκλα οτιδήποτε προέρχεται από τον διαλεκτικό
υλισμό» θα πρέπει να αναζητηθούν στην αντιστροφή της αρχικής
προσχώρησής του στον μαρξισμό, νοούμενο ως «συγκεκριμένη κρι-
τική» της αλλοτρίωσης· πρόκειται επίσης για μια διαμάχη που
εξακολουθεί να είναι ανοιχτή μετά τη Βούληση για γνώση, όπως
μαρτυρούν τα αποσπάσματα των μαθημάτων, τα άρθρα και οι δια-
λέξεις από τη δεκαετία του ογδόντα. Δεν πρόκειται ωστόσο για απλή
μονομαχία. Για πολλούς εμφανέστατους λόγους. Κατ’ αρχάς, εν-
τάσσεται σε διαφορετικά προγράμματα εργασίας, όπου η αντιπα-
ράθεση με τονΜαρξ παρεμβαίνει με άνισα καθοριστικό τρόπο, και
ακόμη πιο συγκεκριμένα δεν απευθύνεται πάντα στον ίδιο «Μαρξ»,
στον ίδιο «μαρξισμό». Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι η επανέναρξη
αυτής της αντιπαράθεσης μπορεί να φανεί σε εμάς, εκ των υστέρων,
ως ένα από τα νήματα συνέχειας που διασφαλίζουν την ενότητα της
έρευνας που διεξήγαγε οΦουκώ, από βιβλίο σε βιβλίο και από αρ-
χείο σε αρχείο. Επιπλέον, είναι αρκετά εμφανές ότι οι διατυπώσεις
που προέρχονται από τονΜαρξ δεν εξετάζονται σε συνθήκες ακα-
δημαϊκής απομόνωσης αλλά σε συνάρτηση με τη συγκυρία, έχον-
τας επικαθοριστεί από τις χρήσεις και τις ερμηνείες τους, στην
προοπτική ενός είδους ραδιογραφίας του μαρξιστικού ιστού και α-
ξιολόγησης του ρόλου του στη σύγχρονη γνώση (τα ονόματα του
Σαρτρ, τουΜερλώ-Ποντύ, του Αλτουσέρ, της Σχολής τηςΦραγκ-
φούρτης θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν εδώ ως σημεία αναφο-
ράς). Αλλά κυρίως, φαίνεται εξαρχής ότι, για τονΦουκώ, η διαμάχη
με τον Μαρξ δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός, και δεν μπορεί να δια-
χωριστεί από άλλες αντιπαραθέσεις, στις οποίες παρεμβαίνει ως τρί-
93
3. P. Macherey, «Aux sources de l’Histoire de la folie: une rectification et
ses limites»,Critique, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1986, τχ. 471-472, σ. 753 κ.ε.
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
τος, σε πρώτη ή σε δεύτερη γραμμή.Να επισημάνουμε ευθύς αμέ-
σως ότι τούτη η κατάσταση «τακτικής πολυσθένειας των λόγων»,4
καθιστά απαγορευτική, εδώ, όχι μόνο κάθε αξίωση εξαντλητικής
πραγμάτευσης, αλλά και κάθε αξίωση να περιοριστεί το διακύβευμα
της διαμάχης σε ένα μοναδικό ερώτημα. Ενόσω ο Φουκώ επεξερ-
γάζεται τα δικά του ερωτήματα, δεν σταματά να θέτει στον Μαρξ
ερωτήματα που καταφθάνουν σε αυτόν από άλλους φιλοσοφι-
κούς και ιστορικούς τόπους, όπως ακριβώς δεν σταματά να θέτει
σε άλλους συνομιλητές ή αντιπάλους ερωτήματα των οποίων η δια-
τύπωση εξαρτάται από τονΜαρξ.
Προτίθεμαι να διασαφηνίσω αυτήν την υπόθεση με ένα εξαι-
ρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα: τον τρόπο με τον οποίο δια-
σταυρώνονται, στηΒούληση για γνώση, το ζήτημα του μαρξισμού
και το ζήτημα της ψυχανάλυσης. Πρόκειται για μια εξόχως πο-
λεμική εργασία, όσο και προγραμματική, η προοπτική της οποίας
πρόκειται εν μέρει να διορθωθεί, όπως γνωρίζουμε, αλλά η ενό-
τητα της οποίας απορρέει ακριβώς από τους αντιπάλους που επι-
λέγει και από τον τρόπο με τον οποίο τους συσχετίζει.
Δεν αρκεί να πούμε ότι ο Φουκώ επιχειρεί εδώ να απορρίψει
μια ορισμένη αντίληψη για την εξουσία, και μια ορισμένη αντί-
ληψη για τη σεξουαλικότητα, δείχνοντας αυτό στο οποίο βασί-
ζεται η μία και η άλλη (η υπόθεση της καταστολής) και το οποίο
τους παρέχει τελικώς έναν ουσιοκρατικό ορισμό. Πρέπει να ανα-
δείξουμε όλη τη σημασία που έχει το γεγονός ότι, από την πρώτη
μέχρι την τελευταία σελίδα, επιχειρεί να καταρρίψει μια διάχυτη
προβληματική της εποχής, η οποία όμως συστηματοποιείται σε
αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε, με γενολογικούς όρους, σύγ-
ÉTIENNE BALIBAR
94
4. Michel Foucault, La Volonté de savoir, Histoire de la sexualité, I, Gallimard,
Παρίσι, 1976, σ. 132 [Μισέλ Φουκώ, Ιστορία της σεξουαλικότητας, I,Η
δίψα της γνώσης, μτφρ. Γκλόρυ Ροζάκη, επιμ. Γιάννης Κρητικός, Ράππας,
1982, σ. 124].
χρονοφροϋδομαρξισμό (ο Ράιχ, κυρίως, κατονομάζεται σε πολ-
λές περιπτώσεις). Ο Φουκώ υποδεικνύει ο ίδιος, με ακρίβεια, τα
μείζονα θέματα:
-Αμοιβαία συνεπαγωγή ανάμεσα στην καταστολή του σεξ και
στην εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης στην καπιταλιστική
κοινωνία,5 στην οποία θέλει να απαντήσει ένα ευρύ κήρυγμα για
σεξουαλική απελευθέρωση, ως συνιστώσα της πολιτικής και
κοινωνικής επανάστασης.6
-Συνεργία ανάμεσα στην ηθική λογοκρισία, στην «αστυνόμευ-
ση των εκφερομένων» και στην αναπαραγωγή των οικονομικών
σχέσεων υπό την κυριαρχία μιας κοινής πολιτικής τάξης πραγ-
μάτων.7
-Ομολογία, από αυτήν την άποψη, της συνολικής αστικής τά-
ξης πραγμάτων και της εξουσίας που ασκείται στα οικογενειακά
και εκπαιδευτικά «κύτταρα», υπό την κοινή φιγούρα τουΠατέρα.8
-Γενικότερη αντίθεση, τέλος, ανάμεσα σε μια φυσική ενεργη-
τικότητα που είναι προσανατολισμένη προς την αναζήτηση της
ηδονής και στην τεχνητή τάξη των θεσμών, από την απαγόρευ-
ση της αιμομιξίας μέχρι τη μονογαμική οικογένεια και το κράτος.9
Από εκεί πηγάζει η σεξουαλική υποκρισία των κυρίαρχων τάξε-
ων,10 η οποία έχει ως κορύφωση τη μυθοπλασία μιας αρχής της
πραγματικότητας στην οποία αντιτίθεται η μεγάλη ουτοπική άρ-
νηση, η ολική ανατροπή των κατεστημένων αξιών και του ψεύ-
δους που αυτές ενσαρκώνουν.11
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
95
5.Στο ίδιο, σσ. 12-13, 150-151, 173 [14-15, 141-142, 161-162].
6.Στο ίδιο, σσ. 14-15, 105, 173 [15-17, 100-101, 161-162].
7.Στο ίδιο, σσ. 25-26, 51 [27-28, 51].
8.Στο ίδιο, σσ. 62-64, 111-113, 132, 143 [61-63, 105-108, 124, 134-135].
9.Στο ίδιο, σσ. 95, 107-108, 146, 151 [91, 102-103, 137-138, 141-142].
10.Στο ίδιο, σ. 168 [157].
11.Στο ίδιο, σ. 126 [119].
Για ποιον λόγο η κριτική αυτών των θεμάτων έχει τόση σημα-
σία για τον Φουκώ; Επειδή, ασφαλώς, ο φροϋδομαρξισμός ανή-
κει τόσο στην τάξη της λαϊκής κουλτούρας όσο και στην τάξη της
λόγιας κουλτούρας, επειδή αποτελεί ένα είδος γεωμετρικού τόπου
διανοητικών ρευμάτων που συσχετίζουν διακριτούς γνωστικούς
κλάδους, φιλοσοφικούς, επιστημονικούς και λογοτεχνικούς λό-
γους, αγωνιστικές, θεωρητικές ή αισθητικές πρακτικές· επειδή α-
ποτελεί εν ολίγοις τον φυσικό τόπο προς τον οποίο τείνει η εναλ-
λακτική προοπτική προς τις επιστήμες του ανθρώπου.Με αυτήν
την έννοια, η επιρροή του φροϋδομαρξισμού εκτείνεται πολύ πέ-
ραν των ρητών εφαρμογών του, περιλαμβάνει τόσο τους σύγχρο-
νους λόγους περί ψυχοκοινωνιολογίας όσο και τους συνεχιστές του
Μπατάιγ, με τον οποίο είχε αισθανθεί τόσο κοντά οΦουκώ.Ωστό-
σο, ο φροϋδομαρξισμός (σε αυτήν ή την άλλη παραλλαγή του)
αποτελεί πραγματικά μιααντιστροφή των αξιών που εκφέρουν διά-
φοροι ισχυροί θεσμικοί μηχανισμοί, εμπνέει διεκδικήσεις σε αυτούς
τους μηχανισμούς, αγώνες των οποίων τη σημασία αναγνώριζε ο
Φουκώ, αλλά αναφορικά με τους οποίους ενδιαφέρεται κυρίως να
διερευνήσει μέχρι ποιου σημείου έρχονται πραγματικά σε ρήξη με
τον σχηματισμό λόγου τον οποίο απορρίπτουν. Δεν θα ήταν παρά-
λογο να υποθέσουμε εδώ ότι αυτό που ο Φουκώ θέλει να εξετάσει
σε βάθος είναι η προδηλότητα, και η αποτελεσματικότητα, ενός ορι-
σμένου αριστερισμού ή επαναστατικού ουτοπισμού.
Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που θεωρώ ότι είναι καθοριστικοί.
Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ο Φουκώ ασκεί κριτική στον φρο-
ϋδομαρξισμό υποδηλώνει ότι, κατ’ αυτόν, ένας τέτοιος συνδυα-
σμός πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να αποκαλύπτει τον λόγο που
ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση ανήκουν σε ένα κοινό πεδίο γνώ-
σης, ή μάλλον σε ένα κοινό προεννοιακό έδαφος. Δεν είναι βέ-
βαιο ότι μπορούν να αναχθούν σε αυτό που μοιράζονται από κοι-
νού, αλλά είναι βέβαιο ότι, σε αυτό που μοιράζονται από κοινού,
ÉTIENNE BALIBAR
96
πρέπει να επενεργεί ένας καθορισμός ουσιαστικός τόσο για τον
μαρξισμό όσο και για την ψυχανάλυση. Ο μαρξισμός και η ψυ-
χανάλυση δεν μπορούν να ερμηνευτούν στο πλαίσιο μιας απα-
τηλής καθαρότητας αλλά βάσει των χρήσεων και των εφαρμογών,
και κυρίως κατά την εφαρμογή της μιας πλευράς επί της άλλης
(ως ιδιαίτερη περίπτωση του τρόπου που διαπερνούν το πεδίο
των «επιστημών του ανθρώπου»).
Αντιστρόφως, φαίνεται επίσης ότι μια τέτοια κριτική συνιστά
επαλήθευση της αυτονομίας του ίδιου του λόγου του Φουκώ,
στον βαθμό που αφορά, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, τα ίδια
αντικείμενα: τους θεσμούς εξουσίας, τις αντιστάσεις, τους απο-
κλεισμούς, την κοινωνική αντιμετώπιση των ηθικών και σεξου-
αλικών «παρεκκλίσεων», και τη σημασία της για την πολιτική οι-
κονομία των νεότερων κοινωνιών. Ορισμένες έννοιες, όπως η
κανονικοποίηση και η πειθαρχική κοινωνία, οι οποίες προτεί-
νονται στοΕπιτήρηση και τιμωρία, τέμνονται τουλάχιστον λεκτικά
με τα θέματα του φροϋδομαρξισμού, για τα οποία διάφοροι ανα-
γνώστες, όχι αναγκαστικά ανόητοι ή κακεντρεχείς, μπορούν να
σκεφτούν ότι παρέχουν ένα υποκατάστατο ή μια γενίκευση (αυ-
τός ο κίνδυνος –αν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε έτσι– θα
είναι πάντοτε υπαρκτός στην ανάλυση της «ποιμαντορικής» μορ-
φής της εξουσίας, εφόσον σχετίζεται με τον τρόπο που ένα ορι-
σμένο καθεστώς της σεξουαλικότητας εγκαθίσταται στην οικο-
νομία της νεότερης κρατικής εξουσίας).12
Ωστόσο, αυτή η εγγύτητα αντικειμένων, ακόμη και λέξεων,
ανάμεσα στον φροϋδομαρξισμό και στην έρευνα του Φουκώ (μια
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
97
12. Βλ. τα δύο «Δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία» [«Deux essais sur
le sujet et le pouvoir»], που περιλαμβάνονται στο βιβλίο των H. Dreyfus & P.
Rabinow,Michel Foucault. Un parcours philosophique, Gallimard, Παρίσι,
1984 [«Δύο δοκίμια για το υποκείμενο και την εξουσία», στοΜισέλ Φουκό,Η
μικροφυσική της εξουσίας, μτφρ. Λίλα Τρουλινού, ύψιλον, 1991, σσ. 75-100].
εγγύτητα που θα μπορούσε να κρατήσει ακόμη περισσότερο αν
φαινόταν ότι ο Φουκώ προβαίνει σε έναν αντιθετικό συνδυασμό
αντιφροϋδικών εννοιών με αντιμαρξιστικές έννοιες) δυνάμωσε
στη Βούληση για γνώση, με την τελική εμφάνιση του όρου βιο-
εξουσία, και την επαναλαμβανόμενη υπόδειξη του σύγχρονου ρα-
τσισμού ως του κομβικού φαινομένου που έπρεπε να εξηγηθεί.
Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, η Ιστορία της σεξουαλικό-
τητας επρόκειτο να ολοκληρωθεί με έναν τόμο με θέμα «Πληθυ-
σμός και φυλές».Ηθέση που κατέχει το πρόβλημα του ρατσισμού
στις ερευνητικές προοπτικές που χαράσσει εκεί ο Φουκώ είναι
αξιοσημείωτη.13 Δεν πρόκειται άραγε, τελικώς, για το «συγκεκρι-
μένο» αποτέλεσμα που αποκαλύπτει περισσότερο από οτιδήποτε
άλλο το παιχνίδι των νεότερων πολιτικών τεχνολογιών που αφο-
ρούν τη ζωή στο επίπεδο των ατομικών σωμάτων και στο επίπεδο
των πληθυσμών ή του «είδους» και της αναπαραγωγής του; Δεν
πρόκειται άραγε για τη βασική ένδειξη του βάθους όπου ριζώ-
νουν στο σύγχρονο καθεστώς γνώσης-εξουσίας (και επίσης, ό-
πως διευκρινίζει αργότερα ο Φουκώ, «γνώσης-εξουσίας-ηδο-
νής») διάφορες έννοιες όπως εκφυλισμός ή ευγονική, στις οποίες
θα έπρεπε να διακρίνουμε τον κατεξοχήν τύπο ενός συμβιβαστι-
κού μορφώματος ανάμεσα στη συμβολική του αίματος και την
αναλυτική της σεξουαλικότητας;14 Όμως, ο Φουκώ γνωρίζει πο-
λύ καλά ότι η αναγκαιότητα να εξηγηθούν οι σύγχρονες μορφές
του ρατσισμού, η «μαζική» δυναμική τους, η επιρροή τους στην
ÉTIENNE BALIBAR
98
13.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σσ. 37, 56, 73, 88, 155-157,
161-168, 179 κ.ε., 193-198 [38, 55-56, 71, 85, 144-146, 151-157, 167 κ.ε., 179-
184] . (Από τότε που γράφτηκαν τούτες οι γραμμές, το ζήτημα αυτό αποτέλεσε
αντικείμενο μιας αξιοσημείωτης μελέτης της Ann Laura Stoler, Race and the
Education ofDesire. Foucault’sHistory of Sexuality and the ColonialOrder of
Things, Duke University Press, 1995.)
14.Στο ίδιο, σ. 195 [181].
ατομική «προσωπικότητα» και η σχέση τους με τον πόλεμο (ο ο-
ποίος αναφέρεται εκτενώς στο τελευταίο κεφάλαιο τηςΒούλησης
για γνώση) βρίσκεται στην ρίζα του φροϋδομαρξισμού τόσο του
Ράιχ όσο και του Αντόρνο ή του Μαρκούζε (του κατεξοχήν θε-
ωρητικού του «πολιτισμού της καταστολής»). Γνωρίζει επίσης ότι
μία από τις πλέον αδιαμφισβήτητες δυσκολίες που εγείρουν οι
φροϋδομαρξιστικές θεωρητικοποιήσεις (τουλάχιστον στην περί-
πτωση του Ράιχ, στον οποίο δεν σταματά να αναφέρεται εδώ ο
Φουκώ) αφορά την παράδοξη εγγύτητα του βιολογισμού τους,
ή του ενεργητισμού τους, με τον βιολογισμό ή τον ενεργητισμό των
ίδιων των ρατσιστικών ιδεολογιών. Και δεν θα μπορούσε να μην
αναρωτηθεί ποιες προϋποθέσεις απαιτούνται ώστε μια ανάλυση
της εξουσίας στις σύγχρονες κοινωνίες –στον βαθμό ακριβώς που
θα ήταν κατ’ ουσίαν μια βιοεξουσία ή μια εξουσία επί του είδους
ριζωμένη σε μια «βιο-ιστορία» και η οποία θα κατηύθυνε μια «βιο-
πολιτική»– να μην βρεθεί δέσμια του ίδιου διφορούμενου.
Επομένως, σ’ αυτό το σημείο η κριτική στον φροϋδομαρξισμό
δεν θα αποτελεί για τον Φουκώ απλά ένα θεωρητικό προαπαι-
τούμενο αλλά μια απαραίτητη δοκιμασία για να καταδειχθεί η δια-
φορά των δικών του εννοιών και για να διαταχθούν καταλλήλως τα
πρακτικά τους αποτελέσματα. Γνωρίζουμε πώς αναπτύσσεται, κατά
μήκος τηςΒούλησης για γνώση, η κριτική στην «υπόθεση της κα-
ταστολής», ταυτόχρονα με την εξήγηση του ρόλου που επιτελεί
στην οικονομία των λόγων για το σεξ: την προσταγή να μιλάμε για
το σεξ, ναπαράγουμε την αλήθεια του, να αναζητούμε σε αυτό την
αλήθεια του καθενός. Πρόκειται για μια προσταγή που διασφα-
λίζει τον πολλαπλασιασμό των λόγων (καθιστώντας ίσως τις νε-
ότερες δυτικές κοινωνίες τις πιο φλύαρες της ιστορίας πάνω στο
σεξ, του οποίου και επινόησαν τη γενολογική έννοια), και η οποία
δεν αποδυναμώθηκε αλλά αντιθέτως ενισχύθηκε τακτικά από την
αναπαράσταση αυτής της απαγόρευσης.
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
99
Με αφετηρία αυτήν την επισήμανση, ο Φουκώ θα αντιτάξει
τρία βασικά επιχειρήματα στον φροϋδομαρξισμό:
1. Κατ’ αρχάς, τον ιστορικά εσφαλμένο χαρακτήρα του. Στην
πραγματικότητα, δεν είναι αλήθεια ότι η κοινωνία που αναπτύσ-
σεται από τον 18ο αιώνα –«ας την ονομάσουμε όπως θέλουμε: α-
στική, καπιταλιστική ή βιομηχανική»–15 αντέτεινε στο σεξ μια θε-
μελιώδη άρνηση και ότι το υπέβαλλε σε λογοκρισία.Περισσότερο
το παρήγαγε ως το αποτέλεσμα των συνεχών φροντίδων της. Ο-
μοίως, δεν είναι αλήθεια ότι η «προώθηση στην εργασία» των ερ-
γατικών μαζών, του προλεταριάτου, είχε ως προκαταρκτική συν-
θήκη μια ευνουχιστική επιτήρηση του έμφυλου σώματος των
εργατών.16 Σε σχέση με αυτό, οΦουκώ παραθέτει ρητά τονΜαρξ.17
Αντιθέτως, είναι αλήθεια από ιστορική σκοπιά η σεξουαλικότητα,
με τους ρυθμιστικούς και εξαναγκαστικούς μηχανισμούς της (οι-
κογενειακή ηθικότητα, κυρίως απαγόρευση της αιμομιξίας, εκ-
παιδευτική διαδικασία, ιατρικοποίηση και ψυχιατρικοποίηση), ει-
σήχθη στη σφαίρα της εργασίας με βάση ένα αστικό μοντέλο, αφ’
ης στιγμής οι οικονομικές σχέσεις εξελίσσονταν προς μια κοινωνική
ένταξη και μια λεπτή κανονικοποίηση της εργασιακής δύναμης (που
αποτελούσε ασφαλώς, επίσης, μια προϊούσα διανοητικοποίηση
αυτής της δύναμης). Συσχετικά, πρέπει να αντιληφθούμε τον ασκη-
τισμό της αστικής ηθικής, όχι ως προϋπόθεση οικονομικής ορ-
θολογικότητας ή, αντιστρόφως, ως υποκρισία, αλλά, αντιθέτως,
ως μια τακτική επίτασης της σωματικής ηδονής.
2. Ακολούθως, την εξάρτησή του από ένα καθαρά νομικό μον-
τέλο της εξουσίας, περιοριστικό και ταυτοχρόνως αρχαΐζον, το ο-
ποίο επικεντρώνεται στις αναπαραστάσεις της ανώτατης αρχής
και του νόμου (ηθικού Νόμου, πολιτικού Νόμου, συμβολικού
ÉTIENNE BALIBAR
100
15.Στο ίδιο, σ. 92 [89].
16.Στο ίδιο, σ. 151, 158 κ.ε. [141-142, 148 κ.ε.].
17.Στο ίδιο, σ. 167 [156].
Νόμου). Σε αυτό το σημείο αγγίζουμε τον κοινό πυρήνα της ψυ-
χανάλυσης και του μαρξισμού, που κατέστησε δυνατό, και μάλι-
στα αναπόφευκτο, τον συνδυασμό τους. Κάθε πλευρά αναγνώρισε
στην άλλη το προϋποτιθέμενό της. Για την ακρίβεια, κάθε πλευρά
αναγνώρισε στην άλλη μια παραλλαγή της ιδέας της καθυπότα-
ξης των ατόμων σε μια κυριαρχική εξουσία, που πρέπει να πά-
ρει τη μορφή της υπακοής,18 και στην οποία ο Φουκώ, τουλά-
χιστον από το Επιτήρηση και τιμωρία, δεν σταματά να αντιτάσσει
την θετικότητα ή την παραγωγικότητα της εξουσίας, την ιδέα της
πειθαρχίας (στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η ιδέα είναι πολύ
παλαιότερη σε αυτόν: βλ. την Ιστορία της τρέλας σε σχέση με τη
«θετική» έννοια της εξουσίας εγκλεισμού, ή την Τάξη του λόγου
σε σχέση με την «εξουσία κατάφασης» την οποία επιχειρεί να πε-
ριγράψει μια γενεαλογία).
Να σημειώσουμε ότι ανάμεσα στην ιδέα της καθυπόταξης-
υπακοής και στην ιδέα της αλλοτρίωσης υπάρχει μια βαθιά συγ-
γένεια (εφόσον η υπακοή πρέπει να βασίζεται, σε τελική ανάλυση,
στην εσωτερίκευση του Νόμου ο οποίος απορρέει από μια εξω-
τερική αρχή· εφόσον η υπακοή καθορίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο
έναν διχασμό του υποκειμένου, που θα πάρει την προνομιακή
μορφή ενός δυϊσμού ψυχής-σώματος, αλλά τον οποίο θα συναν-
τήσουμε επίσης στον δυϊσμό δημόσιου-ιδιωτικού ή κράτους-κοι-
νωνίας, των οποίων καθίσταται έκδηλη έτσι η κοινή «μεταφυ-
σική»).Καθώς οφροϋδομαρξισμός, και γενικώς όλες οι παραλλαγές
της υπόθεσης της καταστολής, θεωρούν ότι ανακαλύπτουν μια
αρχή εξήγησης στην ομολογία του κράτους και της ηθικής Λο-
γοκρισίας, αρκούνται να επαναλαμβάνουν το φαντασιακό σχήμα
που είναι ήδη παρόν, με ταυτόσημη μορφή, σε καθεμιά από τις
δύο συνιστώσες τους.
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
101
18.Στο ίδιο, σσ. 112-113 [107-109].
3. Κάνοντας τότε ένα επιπλέον βήμα, μπορούμε να ανακαλύ-
ψουμε στις σελίδες ολόκληρου του κειμένου της Βούλησης για
γνώση μια συστηματική κριτική αυτού που ευχαρίστως θα απο-
καλούσα, αναφορικά με μια ιδεαλιστική φιλοσοφική παράδοση
στην οποία επικεντρώθηκαν από πολύ νωρίς οι επιθέσεις των υλι-
στών (Λουκρήτιος),19 αρχή της κοινωνικής ομοιομέρειας: την ιδέα
δηλαδή ότι τα «μέρη» ή τα «κύτταρα» του κοινωνικού (ή του πο-
λιτικού, ή του πολιτισμικού) «όλου» είναι αναγκαστικά όμοια με το
ίδιο το όλον. Στην προκειμένη περίπτωση, η αιχμή της κριτικής του
Φουκώ (η οποία είναι υλιστική με αυτήν την έννοια) επικεντρώ-
νεται στο ζήτημα της οικογένειας (αλλά αφορά επίσης άλλους θε-
σμούς ή μηχανισμούς, όπως το σχολείο και την ιατρική). Όσο ο
Φουκώ τονίζει τον στρατηγικό ρόλο της οικογένειας (της ηθικο-
ποίησής της, της ιατρικοποίησής της) στον μηχανισμό ρύθμισης
των πληθυσμών που σχηματίζει μία από τις βασικές εξουσίες των
«αστικών» κρατών, τόσο επιχειρεί από την άλλη να δείξει ότι η οι-
κογένεια, που αποτελεί ταυτοχρόνως τον τόπο της θεσμικής δια-
στροφής20και της υστερικοποίησης του γυναικείου σώματος,21 το
έτερον του ψυχιατρικού χώρου,22 το διακύβευμα διαφόρων αντα-
γωνισμών ανάμεσα στους κατόχους των επαγγελματικών γνώ-
σεων σχετικά με τον άνθρωπο,23 το μέσο για την κοινωνικοποίηση
των διαγωγών τεκνογονίας, αλλά κυρίως τον τόπο της νομικής
«επανακωδίκωσης» των τεχνικών του σώματος εν γένει με τη μορ-
φή της επιγαμίας ή της συγγένειας,24 δεν μπορεί, γι’ αυτόν ακρι-
ÉTIENNE BALIBAR
102
19. Βλ. την κριτική της «ομοιομέρειας κατά Αναξαγόρα» από τον Λουκρή-
τιο, στοDe natura rerum, Βιβλίο πρώτο, στ. 830-920.
20.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σ. 50 κ.ε. [50 κ.ε.].
21.Στο ίδιο, σ. 137 κ.ε., 160 [129 κ.ε., 150].
22.Στο ίδιο, σσ. 147-148 [138-139].
23.Στο ίδιο, σ. 131, 138, 146 [123-124, 130, 137].
24.Στο ίδιο, σσ. 138, 142-150, 165 [130, 133-141, 154-155].
βώς τον λόγο, να θεωρηθείμικρογραφία της σφαιρικής κοινωνίας.
«Η οικογένεια δεν αναπαριστάνει την κοινωνία, και η κοινωνία,
από την άλλη, δεν μιμείται την οικογένεια».25Ηοικογένεια είναι μια
«τοπική εστία» εξουσίας-γνώσης,26 αλλά όχι μια μονάδα, ένα pars
totalis «της κοινωνίας», και οφείλει τη στρατηγική σημασία της όχι
στην ομοιότητά της αλλά στην ιδιοτυπία ή τη διαφορά της. Επο-
μένως, όπως η οικογένεια δεν είναι ένα μικρό κράτος, έτσι και το
κράτος δεν είναι μια μεγάλη πατριαρχία.
Ωστόσο, η ανάλυση γενικεύεται ευθύς αμέσως σε όλους τους
θεσμούς των οποίων οι πρακτικές συμβάλλουν να παραχθεί τούτο
το σύνθετο αντικείμενο που λέγεται «σεξουαλικότητα», και συνι-
στά ένα ουσιώδες μέρος της κριτικής που ασκείται στην αναπα-
ράσταση της εξουσίας ως «ενός γενικού συστήματος κυριαρχίας
που ασκείται από ένα στοιχείο ή μια ομάδα σε ένα άλλο στοιχείο
ή ομάδα, και του οποίου τα αποτελέσματα διατρέχουν, χάρη σε μια
αλληλουχία επενεργειών, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα»:27 με
άλλα λόγια, στον οργανικισμό (στον οποίο, αντί για το μοντέλο του
σώματος θα έπρεπε να διαβάσουμε τη διαιώνιση μιας ιδέας για την
ψυχή, ή το πνεύμα). Έρχεται λοιπόν να διασαφηνίσει με συγκε-
κριμένο τρόπο ό,τι ονομάζει ο Φουκώ αναγκαιότητα του νομινα-
λισμού,28 παράγοντας μάλιστα κριτικά αποτελέσματα σε ορισμέ-
νες από τις παλαιότερες διατυπώσεις του.
ΣτοΕπιτήρηση και τιμωρία είχε γράψει, όταν ολοκλήρωνε την
περιγραφή του πανοπτισμού: «Τι το εκπληκτικό λοιπόν αν η φυ-
λακή μοιάζει με τα εργοστάσια, τα σχολεία, τους στρατώνες, τα νο-
σοκομεία –που όλα τους μοιάζουν με φυλακές;».29 Και μπορεί μεν
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
103
25.Στο ίδιο, σ. 132 [124].
26.Στο ίδιο, σ. 130 [122].
27.Στο ίδιο, σ. 121 [115].
28.Στο ίδιο, σ. 123 [116].
29. Michel Foucault, Surveiller et punir, Gallimard, Παρίσι, 1975, σ. 229
να είχε προειδοποιήσει ρητά τον αναγνώστη για τον πειρασμό να
διακρίνει στοΠανοπτικό κάτι διαφορετικό από ένα πρόγραμμα, το
οποίο εξαρτάται άμεσα από τις μεταπτώσεις της υλοποίησής του
σε ένα πεδίο αντιστάσεων, αλλά είχε επίσης παρουσιάσει τη φυλακή
ως ένα «σωφρονιστικό αρχιπέλαγος»,30 που αποτελείται από πολ-
λούς ομόκεντρους κύκλους θεσμών, από πειθαρχικές πρακτικές
που συγκροτούν «ένα μέσο συνεχούς επιτήρησης του πληθυσμού:
έναν μηχανισμό που επιτρέπει να ελέγχεται, μέσω των ίδιων των πα-
ραβατών, ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο»,31 ένα σημείο αφετηρίας
και κατάληξης για όλες τις παραλλαγές της κανονιστικής εξουσίας,
το σύνολο των οποίων αποτελεί μια πειθαρχική κοινωνία. Έκτοτε,
φαίνεται πως ο Φουκώ έπαψε να πιστεύει ότι ο ορισμός των με-
γάλων «διαγραμμάτων εξουσίας», που χαρακτηρίζουν μια συγκε-
κριμένη κοινωνία, μπορεί να βασιστεί στη μορφική ομολογία των
θεσμών (στην οποία ενυπάρχει πάντοτε η ιδέα ότι καθένας εξ αυ-
τών αποτελεί ένα τμήμα του μεγάλου μηχανισμού της εξουσίας, ή
μετέχει στη γενολογική ουσία της εξουσίας) και πέρασε στη θέση
του διφορούμενου χαρακτήρα της εξουσίας και στη μελέτη της
ιστορικής συνάρθρωσης των διαφορετικών πρακτικών της, η
οποία συνεπάγεται με τη σειρά της –σε ρήξη με τη φιλοσοφική πα-
ράδοση που πηγαίνει από τον Καντ στον Μαρξ (ή τουλάχιστον
στον νεαρόΜαρξ)– ότι δεν υπάρχει η πρακτική, αλλά πρακτικές,
καθεμιά εκ των οποίων προσδιορίζεται από την ιδιαίτερη «τεχνο-
λογία» της.
Όμως, αυτή η κριτική συναντά, και διασαφηνίζει εκ νέου, ένα
ÉTIENNE BALIBAR
104
[Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής, μτφρ.
Καίτη Χατζηδήμου-Ιουλιέττα Ράλλη, θεώρηση Άλκης Σταύρου, Ράππας,
Αθήνα, 1989, σ. 298].
30.Στο ίδιο, σ. 304 [395].
31.Στο ίδιο, σ. 287 [370].
θεμελιώδες θέμα, για το οποίο μπορούμε πραγματικά να πούμε
ότι διαπερνά ολόκληρο το έργο του Φουκώ, παράλληλα με την
κριτική που ασκεί στον ανθρωπισμό και τον «ανθρωπολογικό κύ-
κλο»: την αμφισβήτηση του πολιτικού ψυχολογισμού, με την ευ-
ρύτερη έννοια του όρου.Με τον όρο αυτό εννοούμε τόσο την ιδέα
ότι οι ιστορικές και κοινωνικές διαδικασίες εξασφαλίζουν τη θε-
μελίωσή τους, τη συνθήκη δυνατότητάς τους στον τρόπο με τον
οποίο αυτοπροσδιορίζονται τα άτομα, είτε ελεύθερα είτε υπό κα-
ταναγκασμό (ιδέα στην οποία παρέχουν ένα συμπλήρωμα φαι-
νομενικής αντικειμενικότητας μια σεξουαλική ψυχολογία ή μια
ψυχολογία της σεξουαλικής προσωπικότητας), όσο και τη συμ-
μετρική ιδέα σύμφωνα με την οποία η ψυχολογία, η συμπεριφο-
ρά ή η συνείδηση των ατόμων αντανακλά τη λειτουργική θέση που
κατέχουν στο πεδίο των θεσμών ή των πολιτικών αντιφάσεων (τις
περισσότερες φορές η μαρξιστική «ταξική συνείδηση» αποτελού-
σε μια παραλλαγή αυτής της ιδέας).
Ο Φουκώ δεν σταμάτησε να εξερευνά τις ρίζες και τις θεσμι-
κές μορφές αυτής της κατοπτρικής σχέσης, δηλαδή δεν σταμά-
τησε να αναρωτιέται για ποιον λόγο, στη σύγχρονη κοινωνία, και
μάλιστα τόσο περισσότερο όσο περισσότερο «εκσυγχρονίζεται» και
συνεπώς «πολιτικοποιείται», η πολιτική (είτε πρόκειται για πρα-
κτικές διακυβέρνησης είτε για τις αντιστάσεις που προκαλούν)
προβάλλεται στην ψυχολογία, εξαναγκάζει τα άτομα να ταυτιστούν
με ένα «εγώ» (ή με ένα «εμείς») για να δράσουν ως κοινωνικά όντα.
Ποια είναι το μοντέλα υποκειμενικότητας που πρέπει να μιμηθούν
τα άτομα για να ενταχθούν στο παιχνίδι των πρακτικών; Από αυ-
τήν την άποψη, η πολιτική ουτοπία του φροϋδομαρξισμού εμ-
φανίζεται πράγματι ως μια απλή αντιστροφή αξιών, που παρα-
μένει καθ’ ολοκληρίαν δέσμια του ψυχοπολιτικού δικτύου, και ως
μια ένδειξη του ψυχολογισμού που είναι σύμφυτος στους δύο γεν-
νήτορές του, τον Μαρξισμό και την Ψυχανάλυση.
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
105
Όμως, σ’ αυτό ακριβώς το σημείο σταματά η συμμετρία. Στο
πλαίσιο της Βούλησης για γνώση ο Μαρξ και ο Φρόυντ αντιμε-
τωπίζονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Εδώ δεν θα επιχει-
ρήσουμε να προσδιορίσουμε αν η μία αντιμετώπιση είναι πιο ορ-
θή από την άλλη, αλλά να περιγράψουμε τον τρόπο με τον οποίο
αυτή η ασυμμετρία μεταφράζει τη στρατηγική του Φουκώ σε επί-
πεδο λόγου.
Φαίνεται ότι αυτή η στρατηγική (λόγω μάλιστα του αρχικού
σχεδίου για μια «ιστορία της σεξουαλικότητας») στρέφεται κατ’
αρχάς εναντίον της ψυχανάλυσης, στον βαθμό που αυτή αποδέ-
χεται ουσιαστικά ότι η σεξουαλικότητα δεν έχει ιστορία (ή ότι το
σεξ είναι εκείνο ακριβώς το στοιχείο που σε κάθε ιστορία υπερ-
βαίνει την ιστορία, σύμφωνα με το σχήμα της εκφοράς των ορίων
της ανθρώπινης περατότητας, που περιγράφεται στις τελευταίες
σελίδες του βιβλίουΟι λέξεις και τα πράγματα). Αλλά φαίνεται
επίσης ότι, καθώς η κριτική στην ψυχανάλυση γίνεται μέσω
μιας ορισμένης χρήσης του μαρξισμού (ή αν προτιμούμε, στρέ-
φοντας κατά της ψυχανάλυσης τις μαρξιστικές διατυπώσεις που
είναι συνυφασμένες με αυτήν στο πλαίσιο του φροϋδομαρξιστι-
κού μείγματος), χρειάζεται επίσης να απορριφθεί όλη αυτή η διά-
σταση υπερβατικότητας του μαρξισμού που παρέχεται στην ίδια τη
γλώσσα της ιστορικής εμμένειας (η ιδέα ενός νόμου της ιστορίας),
και η οποία εκμηδενίζει την κριτική του εμβέλεια. Έτσι, αναλό-
γως με την οπτική γωνία από την οποία θα τοποθετηθούμε (δεν
τολμώ να πω: την προτίμηση που θα δείξουμε στον Μαρξ ή τον
Φρόυντ ως θεωρητικά σημεία αναφοράς), είναι δυνατόν να έχου-
με την αίσθηση, είτε ότι το ουσιώδες είναι η κριτική στον Φρόυντ,
σε σχέση με την οποία η κριτική στονΜαρξ είναι απλώς ένα μέσο,
είτε ότι η κριτική στον Μαρξ είναι ακόμη περισσότερο αμείλικτη,
εφόσον από αυτήν εξαρτάται κάθε οριστικό ξεκαθάρισμα λογα-
ριασμών με τον ψυχολογισμό στον οποίο εγκλείεται η ψυχανάλυση.
ÉTIENNE BALIBAR
106
Όπως είναι φυσικό, εδώ εμπλέκεται ολόκληρος ο μηχανισμός
της «πολιτικής ιστορίας της αλήθειας»,32 εφόσον πρόκειται να δει-
χτεί, ανατρέποντας την παραδοσιακή θεματική (η οποία επιβε-
βαιώνεται κυρίως από τον Χάιντεγκερ) περί μιας αλήθειας που θα
είχε «μια αρχέγονη συγγένεια με την ελευθερία», ότι «η αλήθεια
δεν είναι ελεύθερη εκ φύσεως, ούτε η πλάνη δουλική εκ φύσεως,
αλλά ότι η παραγωγή της διατρέχεται καθ’ ολοκληρίαν από σχέ-
σεις εξουσίας». Σε αυτήν την κριτική θέση, η ψυχανάλυση, όπως
την αντιλαμβάνεται οΦουκώ, αντιτάσσει ένα θεμελιώδες εμπόδιο,
επειδή εμπλέκεται πλήρως στην πρακτική της ομολογίας, και στην
απάρνηση αυτής της πρακτικής, επειδή καθιστά το ίδιο το σεξ την
αλήθεια που «ζητά» να απελευθερωθεί. Αντιθέτως, ο μαρξισμός
μπορεί να προσφέρει μια αποφασιστική συμβολή, αν όμως κα-
ταφέρουμε να τον διαχωρίσουμε από όλο αυτό το κομμάτι του
που ταυτίζει τον τελικό σκοπό της απελευθέρωσης με την τελική
φανέρωση της αλήθειας, και το οποίο παραπέμπει, σε τελική ανά-
λυση, στην υπόθεση της καταστολής.
Συνάγεται άραγε ότι η κριτική στην ψυχανάλυση παραπέμπει
στην κατηγορία των ιδεολογιών; Ο Φουκώ απέρριπτε πάντα αυ-
τόν τον όρο,33 με μια σύντομη αλλά αξιοσημείωτη εξαίρεση, στην
Αρχαιολογία της γνώσης.Όχι όμως πάντα για τον ίδιο βασικό λό-
γο.Μια αναδρομική εξέταση θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου,
να δείξει ότι η μαρξιστική έννοια της ιδεολογίας (όπως εμφανί-
ζεται στη Γερμανική ιδεολογία, δηλαδή περισσότερο ως «αυτο-
συνειδησία» του κοινωνικού είναι, ή ως αφαιρετική έκφραση της
«γλώσσας της πραγματικής ζωής», παρά ως αντανάκλαση της τα-
ξικής πάλης) περιλαμβανόταν ανέκαθεν, έστω και δυνητικά, στο
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
107
32.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σ. 81 [78].
33. Και το κάνει εκ νέου εδώ: La Volonté de savoir, ό.π., σ. 91, 129, 135, 168
[88, 122, 126, 157].
πεδίο των λόγων και των γνώσεων των οποίων η επιστημονική
αξίωση μπορεί να υποβληθεί σε κριτική μέσω μιας αρχαιολογίας.
Υπήρξε, ωστόσο, πέρασμα από μια προβληματική της αναπα-
ράστασης και του σημείου σε μια προβληματική της πρακτικής.
Διαβάζοντας εκ νέου τη Γέννηση της κλινικής (1963), ένα βι-
βλίο στο οποίο δεν γίνεται καμμία αναφορά στονΜαρξ, για προ-
φανείς λόγους, αλλά όπου οι ιστορικές κατηγορίες της πολιτισμι-
κής εμπειρίας στρέφονται προς την κατεύθυνση μιας ανάλυσης
των θεσμικών πρακτικών, δεν ξεφεύγουμε από το συμπέρασμα
ότι η «γλώσσα της πραγματικής ζωής», κατά τον Μαρξ, πρέπει
να φαινόταν στον Φουκώ ως μια παραλλαγή, ελάχιστα τροπο-
ποιημένη, της «γλώσσας της δράσης» κατά τον Κοντιγιάκ (και
κατά συνέπεια κάθε θεωρία της ιδεολογίας ως απότοκο των Ιδε-
ολόγων!) –με τίμημα μια υποκατάσταση της Φύσης από την
Ιστορία στον ρόλο της αρχέγονης εμπειρίας, όπου θα υφαινόταν
η αμοιβαία εξάρτηση του σημείου και του πράγματος.
Τουναντίον, διαβάζοντας εκ νέου τις διαδοχικές αναλύσεις για
την παραγωγή του λόγου που ακολούθησαν τηνΤάξη του λόγου
(1970), φαίνεται ότι αυτό που συνιστά πρόβλημα στην έννοια της
ιδεολογίας είναι το ανθρωπολογικό προϋποτιθέμενό της, η υπόρ-
ρητη αναφορά της στην αλλοτρίωση ενός υποκειμένου, ακόμη
και υπό τη μορφή της «παραγνώρισης» ή της «ψευδαίσθησης»
που ενέχεται σε μια σχέση κυριαρχίας.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο κριτικές, ηΑρχαιολογία της γνώσης
(1969) αντιπροσώπευσε μια φευγαλέα στιγμή ασταθούς ισορρο-
πίας (που είναι επίσης η μόνη στιγμή όπου ο Φουκώ αναφέρθηκε
επί ίσοις όροις στον Μαρξ, τον Φρόυντ και τον Νίτσε ως θεμε-
λιωτές μιας «εκκέντρωσης του υποκειμένου»).34 Ο Μαρξ στον ο-
ÉTIENNE BALIBAR
108
34. Είναι γεγονός ότι το κείμενο «Νίτσε,Φρόυντ,Μαρξ» (Cahiers de Royaumont,
τόμ. VI, Minuit, Παρίσι, 1967,Nietzsche) αναπαράγει μια διάλεξη του
ποίο παραπέμπει τότε ο Φουκώ, για να εγγράψει την «τομή» ανά-
μεσα στις ιδεολογίες και τις επιστήμες στην ιστορία των σχηματισμών
λόγου,35 δεν είναι άλλος από τονΜαρξ που έχει μετασχηματιστεί
απ’ τον Αλτουσέρ σε έναν θεωρητικό της συνάρθρωσης των πρα-
κτικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν επίσης οι «πρακτικές
λόγου». Αλλά τούτη η στιγμή είναι πρόσκαιρη, διότι ο χαρακτηρι-
σμός των σχηματισμών λόγου ως ιδεολογικών σχηματισμών τεί-
νει πάντα να αναγάγει τη συνάρθρωση της εξουσίας και της γνώ-
σης στη συνάρθρωση της παραγνώρισης και της (επιστημονικής)
γνώσης. Εφεξής, η ενότητα «εξουσίας-γνώσης» θα μετατοπίσει το
ερώτημα της ιδεολογίας προς μια πλήρη ισοδυναμία των πρα-
κτικών έναντι της αλήθειας, παρά θα το υποκαταστήσει με ένα
άλλο όνομα στην προοπτική μιας κριτικής των ειδών γνώσης. Ως
άσκηση μιας εξουσίας, κάθε πρακτική ενέχει κανόνες αλήθειας,
διαδικασίες επιμερισμού μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, και απ’ αυ-
τήν την άποψη η (επιστημονική) γνώση δεν αντιπροσωπεύει πα-
ρά μια εξουσία που ασκείται ανάμεσα σε άλλες.
Αν ζητούμενο δεν είναι να υποβληθεί σε κριτική η ψυχανά-
λυση ως ιδεολογία, ο Φουκώ παρουσιάζει εντούτοις, με διατυ-
πώσεις που δεν περιορίζονται σε μια επίκληση της κριτικής στη
θεωρησιολογία, όπως τη διαβάζουμε λόγου χάρη στη Γερμανική
ιδεολογία, μια γένεση του σεξ ως «ιδεατού σημείου», ως «του πλέον
θεωρησιακού, του πλέον ιδεατού, του πλέον μύχιου σημείου», ως
«φαντασιακού σημείου» ή «φαντασιακού στοιχείου», με βάση το
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
109
1964 [αναδημοσιεύεται στοMichel Foucault,Dits et écrits, Gallimard,Παρίσι,
1994, τόμ. Ι, σ. 564 κ.ε. («Νίτσε, Φρόυντ, Μαρξ» στο Michel Foucault, Τρία
κείμενα για τον Νίτσε, μτφρ. Δημήτρης Γκινοσάτης, επιμ. Πολυτίμη Γκέκα,
Πλέθρον, 2003, σσ. 15-37)].
35. Michel Foucault, L’Archéologie du savoir, ό.π., σ. 232 κ.ε. [268 κ.ε.]
(«Επιστήμη και γνώση»).
οποίο το ιστορικό σύστημα της σεξουαλικότητας διατάσσει όλη
την ατομική εμπειρία.36 Και μας λέει επίσης ότι αυτή η γένεση
μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με «μια αρχαιολογία της ψυχα-
νάλυσης».37 Η ψυχανάλυση δεν μπορεί να ξεφύγει από την επιρ-
ροή αυτής της ιδέας για το σεξ, ούτε θεωρητικά (εφόσον το σεξ
αποτελεί γι’ αυτήν το κατεξοχήν όνομα της αλήθειας) ούτε πρα-
κτικά (εφόσον η ψυχαναλυτική τεχνική εξαρτάται πλήρως από
την ύπαρξη μιας σεξουαλικής απαγόρευσης και από την προ-
σταγή να αποκατασταθεί). Με αποτέλεσμα η υπόθεση ενός ψυ-
χαναλυτικού νομιναλισμού να είναι απλούστατα παράλογη, ενώ
η υπόθεση ενός νομιναλιστικού μαρξισμού να μπορεί τουλάχι-
στον να εξεταστεί.
Η απόρριψη του φροϋδομαρξισμού μπορεί να διαβαστεί
τότε ως ένα απλό προαπαιτούμενο για μια μαρξιστική κριτική της
ψυχανάλυσης:
Ορισμένοι θεωρούν ότι μπορούν να καταγγέλλουν ταυτόχρονα
δύο συμμετρικές υποκρισίες. […] Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν κα-
τανοήσει καλά τη διαδικασία μέσω της οποίας η αστική τάξη εξα-
σφάλισε αντιθέτως, με μια αλαζονική πολιτική επιβεβαίωση, μια
φλύαρη σεξουαλικότητα που το προλεταριάτο αρνήθηκε επί μακρόν
να αποδεχτεί, όταν στη συνέχεια του επιβλήθηκε με στόχο την κα-
θυπόταξή του. Αν είναι αλήθεια ότι η «σεξουαλικότητα» είναι το σύ-
νολο των αποτελεσμάτων που παράγονται στα σώματα, τις συμπερι-
φορές, τις κοινωνικές σχέσεις από ένα ορισμένο σύστημα που
παραπέμπει σε μια σύνθετη πολιτική τεχνολογία, πρέπει να αναγνω-
ρίσουμε ότι αυτό το σύστημα δεν λειτουργεί παντού με συμμε-
τρικό τρόπο, και ότι επομένως δεν παράγει παντού τα ίδια αποτε-
λέσματα. Πρέπει επομένως να επιστρέψουμε σε διατυπώσεις που
έχουν από καιρό αποδοκιμαστεί (sic)· πρέπει να πούμε ότι υπάρ-
ÉTIENNE BALIBAR
110
36.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σσ. 205-207 [190-192].
37.Στο ίδιο, σ. 172 [161].
χει μια αστική σεξουαλικότητα, ότι υπάρχουν ταξικές σεξουαλικό-
τητες.Ήμάλλον ότι η σεξουαλικότητα είναι αρχικά ιστορικά αστική
και ότι επάγει, κατά τις διαδοχικές μετατοπίσεις της και τις μετα-
θέσεις της, ορισμένα ειδικά ταξικά αποτελέσματα» (La Volonté de
savoir, σ. 168 [157]).
Ο Φουκώ επικαλείται μία ακριβώς από αυτές τις μετατοπί-
σεις, για να εξηγήσει, αν όχι την ίδια τη δυνατότητα της ψυχα-
νάλυσης (διότι αυτή εγγράφεται σε ολόκληρη την ιστορία της αν-
τικειμενοποίησης του σεξ ως αντικειμένου γνώσης, σε όλη την
ιστορία που συνδέει το σεξ, την ομιλία και την απαγόρευση), του-
λάχιστον τον τόπο και τη στιγμή της συγκρότησής της.
Όπως υπάρχει ένα ταξικό είναι, ή μάλλον ένα «ταξικό σώμα»
της σεξουαλικότητας,38 ομοίως το είναι της ψυχανάλυσης σε ε-
πίπεδο λόγου και πρακτικής είναι άρρηκτα συνυφασμένο με μια
ταξική τοποθέτηση, με την έννοια μιας θέσης που κατέχει η ψυ-
χανάλυση στις σχέσεις δυνάμεων, στις στρατηγικές σχέσεις μεταξύ
των τάξεων.39Προηγουμένως, ο Φουκώ είχε επιχειρηματολογή-
σει εκτενώς εναντίον της ιδέας ενός παραλληλισμού ανάμεσα στην
πολιτική καταστολή των φτωχών τάξεων και στον έλεγχο επί του
σεξ.40 Εφόσον η οικογένεια πρέπει να νοηθεί περισσότερο ως ένας
τόπος επίτασης του συστήματος της σεξουαλικότητας, αρχικά η
σεξουαλικότητα αποτέλεσε ένα προνόμιο της αστικής τάξης,
τόσο σε σχέση με την ηδονική πλευρά της όσο και σε σχέση με
την ιατρική πλευρά της, ένα βασικό στοιχείο της κουλτούρας της.
Όμως, αποτέλεσε επίσης τη βάση του καθαυτό αστικού κρατικού
ρατσισμού, που είναι συνυφασμένος με την κληρονομικότητα και
την ευγονική.
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
111
38.Στο ίδιο, σ. 164 [153-154].
39.Στο ίδιο, σ. 170 κ.ε. [170 κ.ε.].
40.Στο ίδιο, σ. 158 κ.ε. [158 κ.ε.].
Και η διαδικασία αυτή ήταν συνυφασμένη με την κίνηση με την ο-
ποία επιβεβαίωνε τη διαφορά και την ηγεμονία της. Πρέπει α-
σφαλώς να παραδεχτούμε ότι μία από τις πρωταρχικές μορφές της
ταξικής συνείδησης είναι η καταξίωση του σώματος. Αυτό συνέβη
πάντως στην περίπτωση της αστικής τάξης κατά τη διάρκεια του 18ου
αιώνα.Μετέτρεψε το γαλάζιο αίμα των ευγενών σε έναν εύρωστο ορ-
γανισμό και σε μια υγιή σεξουαλικότητα.Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί
άργησε τόσο και γιατί πρόβαλλε τόσες επιφυλάξεις μέχρι να αναγνω-
ρίσει ένα σώμα και ένα σεξ στις άλλες τάξεις –σε εκείνες ακριβώς που
εκμεταλλευόταν (La Volonté de savoir, σσ. 166-167 [155-156]).
Ηεκβιομηχάνιση, η αστικοποίηση και οι κοινωνικές συγκρού-
σεις του 19ου αιώνα θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτό το προνόμιο,
καθώς επιφέρουν την επέκταση του «σεξουαλικού σώματος» σε
ολόκληρο το κοινωνικό σώμα,41 δηλαδή την επέκταση των οικο-
γενειακών, ιατρικών, δημογραφικών τεχνικών σεξουαλικοποίησης.
Έτσι ο ταξικός επιμερισμός μετατοπίζεται: δεν αφορά πλέον την
απόλαυση ή μη ενός σεξουαλικού σώματος, αλλά τον τρόπο με
τον οποίο επιβάλλεται και αντιμετωπίζεται η απαγόρευση.
Εκείνοι που είχαν χάσει το αποκλειστικό προνόμιο να ενδιαφέρονται
για τη σεξουαλικότητά τους έχουν εφεξής το προνόμιο να γεύονται
περισσότερο από άλλους αυτό που την απαγορεύει και να κατέχουν
τη μέθοδο που επιτρέπει της άρση της απώθησης.42
Την ίδια στιγμή, η ψυχανάλυση παίρνει για την αστική τάξη
τη θέση ζωτικής επιστέγασης του ψυχιατρικού μηχανισμού, και
οι λαϊκές τάξεις στιγματίζονται ως εστία αλλοίωσης της φυλής,
υπάγονται στο διοικητικό και δικαστικό πλέγμα που προορίζεται
να καταδιώξει την αιμομιξία κ.λπ.
Ηταξική τοποθέτηση της ψυχανάλυσης είναι μία μόνο από τις
ÉTIENNE BALIBAR
112
41.Στο ίδιο, σ. 169 [158].
42.Στο ίδιο, σ. 172 [161].
δύο όψεις της κριτικής. Σε σχέση με την άλλη όψη, που αφορά κυ-
ριολεκτικά τη γένεση των ιδεατοτήτων της ψυχανάλυσης, πα-
ρεμβαίνει επίσης μια θεματική κοντινή στον μαρξισμό. Ή μάλ-
λον, εκεί ακριβώς η αναφορά στονΜαρξ εισέρχεται αναπόφευκτα
σε μια διαδικασία διχασμού. Σύμφωνα με τον Φουκώ, δεν πρέ-
πει να διακρίνουμε στην ψυχαναλυτική αναπαράσταση του σεξ,
που βασίζεται στο παιχνίδι του κρυμμένου και του φανερού, της
επιθυμίας και του νόμου, του θανάτου και της συγγένειας έτσι
όπως συνδέονται πρωτογενώς, μια απλή συνέπεια της ανάπτυξης
των πειθαρχιών κανονικοποίησης των σωμάτων αλλά ένα φαινό-
μενο επιστροφής του νομικού μοντέλου –ή μάλλον, του «λογο-νο-
μικού» μοντέλου–43 της εξουσίας επί των πρακτικών που την
πραγματώνουν. Είναι ένα φαινόμενο που θα μπορούσε κανείς να
το εξετάσει ως μια αντίφαση εσωτερική στο πλέγμα των γνωμό-
νων και των κανόνων, έτσι όπως το είχε αναλύσει λεπτομερέστερα
τοΕπιτήρηση και τιμωρία, αντιπαραβάλλοντας κατ’ αρχάς τη «δύ-
ναμη του Κανόνα» με τη «δύναμη του Νόμου»,44 και εν συνεχεία
εντοπίζοντας στην πειθαρχική εξουσία, δηλαδή στην κανονι-
στική εξουσία, το «πλεόνασμα εξουσίας» ή το συμπλήρωμα που
εξασφαλίζει στις νομικές μυθοπλασίες την επιρροή τους επί του
πραγματικού, παράγοντας μια διάσταση νομικού πραγματικού.45
Αναφερόμενος εξάλλου σε αυτήν την κριτική επιστροφή, η οποία
διενεργείται στο όνομα του δικαίου και του νομικού ιδεώδους
του, εναντίον των πειθαρχιών από τις οποίες όμως πηγάζει η ψυ-
χανάλυση, ο Φουκώ επισημαίνει αυτό που ονομάζει «πολιτική
τιμή της ψυχανάλυσης»,46 σε σχέση με τη θεωρητική και πρακτι-
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
113
43.Στο ίδιο, σ. 109 [104].
44.Michel Foucault, Surveiller et punir, ό.π., σσ. 185-186 [243-244].
45.Στο ίδιο, σ. 224, 251 κ.λπ. [291-292, 323 κ.λπ.].
46.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σ. 197 [183].
κή αντίθεσή της στον φασισμό, η οποία φτάνει μάλιστα μέχρι τη
ρίζα της αρχικής ρήξης της με το οργανικιστικό «μεγάλο σύστη-
μα» της διαστροφής, της κληρονομικότητας και του εκφυλισμού.47
Επομένως, στην καρδιά του (ψυχαναλυτικού) ιδεαλισμού εμ-
φανίζεται η αδιαφιλονίκητη κυριαρχία της νομικής ιδεατότητας,
το ιστορικά συγκροτημένο φαντασιακό της ανώτατης αρχής. Ο
Φουκώ περιγράφει πράγματι αυτήν την κυριαρχία ως αυταπά-
τη, αλλά μόνο στον βαθμό που διαιωνίζει έναν αναχρονισμό:
Μια κανονικοποιητική κοινωνία είναι το ιστορικό αποτέλεσμα μιας
εξουσιαστικής τεχνολογίας που επικεντρώνεται στη ζωή. Σε σύγκρι-
ση με τις κοινωνίες που γνωρίσαμε μέχρι τον 18ο αιώνα, εισερχόμα-
στε σε μια φάση υποχώρησης του νομικού στοιχείου. Τα Συντάγματα
που έχουν γραφτεί σε ολόκληρο τον κόσμο από την εποχή της Γαλ-
λικής Επανάστασης, οι Κώδικες που συντάχθηκαν και αναθεωρή-
θηκαν, όλη αυτή η συνεχής και θορυβώδης νομοθετική δραστηριό-
τητα, δεν πρέπει να δημιουργούν αυταπάτες: πρόκειται για τις μορφές
που καθιστούν αποδεκτή μια κατ’ ουσίαν κανονικοποιητική εξουσία
(La Volonté de savoir, σ. 190 [177]).
Με διαφορά κάποιων λέξεων (ζωή αντί για εργασία, κανονι-
κοποιητική αντί για οικονομική: αλλά και στις δύο περιπτώσεις
λόγου θα τεθεί θέμα παραγωγής, ή μάλλον παραγωγικότητας),
φαίνεται να βρισκόμαστε κατά περίεργο τρόπο κοντά στον μαρ-
ξισμό: εκείνον τον μαρξισμό που, με τον Μαρξ της Αθλιότητας
της φιλοσοφίας, υποστήριζε ότι «ο χειροκίνητος μύλος σας δί-
νει την κοινωνία με τον φεουδάρχη, ενώ ο ατμοκίνητος μύλος τον
βιομηχανικό καπιταλισμό», και ο οποίος κατήγγειλε στον Προυν-
τόν «τη μυθοπλασία της κοινωνίας-προσώπου»·48 εκείνον τον μαρ-
ÉTIENNE BALIBAR
114
47.Στο ίδιο, σσ. 157-158 [147-148].
48. KarlMarx,Misère de la philosophie, Réponse à la Philosophie de la misère
deM. Proudhon, Éditions Sociales,Παρίσι 1961, σ. 119, 110 κ.ε.
ξισμό που, με τονΜαρξ της18ηςΜπρυμαίρ και τον Λένιν του 1905,
περιέγραφε «τις συνταγματικές αυταπάτες» των επαναστατών, που
επαναλαμβάνουν τις μορφές αγώνα κατά της φεουδαρχίας·49
εκείνον τον μαρξισμό, ασφαλώς, που με τονΜαρξ τουΚεφαλαίου
περιέγραφε την εργοστασιακή νομοθεσίαως ένα αποτέλεσμα της μό-
νιμης «περίσσειας» των σχέσεων δύναμης επί των νομικών μορ-
φών του συμβολαίου.50
Ωστόσο, δεν θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε πιο μακριά.Όχι
μόνο επειδή ο Φουκώ υποστηρίζει, εμμέσως, ότι ο ίδιος ο μαρ-
ξισμός έχει εγκλωβιστεί, σε σχέση με το κράτος, στην αναπαρά-
σταση της μοναρχικής ανώτατης αρχής, γεγονός που τον κατα-
δικάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδέα μιας παντοδυναμίας
και στην ιδέα μιας ριζικής αδυναμίας ή μιας καθαρά παρασιτικής
λειτουργίας του κράτους, σύμφωνα με τη διαλεκτική ενός όλα ή
τίποτα (ήδη στο Επιτήρηση και τιμωρία, εξετάζοντας τις αναλύ-
σεις των Ρούσε και Κιρχάιμερ, που είχαν αντλήσει την έμπνευσή
τους από τη Σχολή της Φραγκφούρτης,51 ο Φουκώ είχε συστη-
ματικά αντιδιαστείλει τον νόμο του όλα ή τίποτα, του ελέγχου ή
της καταστροφής, όπως τον φανταζόμαστε σε σχέση με τους κρα-
τικούς μηχανισμούς, προς το διάχυτο δίκτυο των πραγματικών «μι-
κροεξουσιών», που δρουν σε επαφή με τα ίδια τα σώματα).52 Κα-
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
115
49. Lénine,OEuvres, τόμ. 10, σ. 280 κ.ε., σ. 363 κ.ε.· τόμ. 13, σ. 21 κ.ε. (και εν
γένει το σύνολο των αναλύσεων για την επανάσταση του 1905-1907,OEuvres,
τόμ. 10-13).
50. Βλ. το άρθρο μου «Pouvoir», στο G. Labica & G. Bensussan (éd.),Dictionnaire
critique du marxisme, PUF,Παρίσι, 1985.
51. Georg Rusche, Otto Kirchheimer, Punishment and Social Structure,
Columbia University Press, Νέα Υόρκη, 1939· γερμανική μετάφραση, Sozialstruktur
und Strafvollzug, Europäische Verlagsanstalt, 1974.
52.Michel Foucault, Surveiller et punir, ό.π., σ. 29 κ.ε. [36 κ.ε.].
θότι, η εξάρτηση του μαρξισμού από τη νομική αυταπάτη (ή από
την ντεσιζιονιστική αυταπάτη που βασίζεται στην αντίθεση του δι-
καίου και της βίας), την οποία ο ίδιος επικρίνει, θα μπορούσε να
ερμηνευτεί οριακά με όρους εσωτερικής τομής, ή απόκλισης ανά-
μεσα στην ανάλυση που κάνει για την εκμετάλλευση και στην ανά-
λυση που κάνει για το κράτος. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένα μέ-
ρος του μαρξιστικού λόγου θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια
εσωτερική αμφισβήτηση της νομικής αναπαράστασης της εξου-
σίας, που θα ήταν έτσι συμμετρική με την εσωτερική αμφισβήτηση
που κομίζει η ψυχανάλυση στις πειθαρχικές πρακτικές, και θα
αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του ανθρωπιστικού σοσιαλι-
σμού του 19ου αιώνα:
Τον 19ο αιώνα εμφανίστηκε ένας άλλος τύπος κριτικής των πολι-
τικών θεσμών: ήταν μια πολύ περισσότερο ριζοσπαστική κριτική,
αφού ήθελε να δείξει όχι μόνο ότι η πραγματική εξουσία ξεφεύγει
από τους κανόνες του δικαίου αλλά ότι το ίδιο το σύστημα του δι-
καίου δεν είναι παρά ένας τρόπος να ασκείται βία, να προσαρτάται
προς όφελος κάποιων, και να τίθενται σε λειτουργία, υπό τη φαι-
νομενική όψη του γενικού νόμου, οι ασυμμετρίες και οι αδικίες μιας
κυριαρχίας. Αλλά αυτή η κριτική του δικαίου εξακολουθεί να δια-
τυπώνεται με βάση το αξίωμα ότι η εξουσία πρέπει, κατ’ ουσίαν, να
ασκείται σύμφωνα με κάποιο θεμελιώδες δίκαιο (La Volonté de savoir,
σ. 117 [111]).
Ο ίδιος ο Φουκώ υποδεικνύει, στην πραγματικότητα, με ποια
μέσα μπορούμε να βγούμε από αυτήν την κατοπτρική σχέση ανά-
μεσα στο δίκαιο και την κριτική του δικαίου. Το κάνει στο Επιτή-
ρηση και τιμωρία, επαναλαμβάνοντας τις αναλύσεις τουΜαρξ στο
Κεφάλαιο σε σχέση με τον εργοστασιακό καταμερισμό της εργασίας,
για να δείξει πώς οι πειθαρχικές μέθοδοι αυξάνουν τη χρησιμότητα
των σωμάτων εξουδετερώνοντας την αντίστασή τους, και με ποιον
τρόπο γενικότερα επιτρέπουν την ενοποίηση των δύο διαδικασιών
ÉTIENNE BALIBAR
116
συσσώρευσης των ανθρώπων και συσσώρευσης του κεφαλαίου.53
Επομένως, η πειθαρχία, η μικροεξουσία αντιπροσωπεύουν την
άλλη όψη της οικονομικής εκμετάλλευσης και συγχρόνως την
άλλη όψη της ταξικής νομικο-πολιτικής κυριαρχίας, την ενότητα
των οποίων μας επιτρέπουν να στοχαστούμε· με άλλα λόγια, πα-
ρεμβάλλονται ακριβώς στο σημείο τουβραχυκυκλώματος που διε-
νεργεί ο Μαρξ ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό, την κοι-
νωνία και το κράτος, όταν αναλύει την παραγωγική διαδικασία. Το
κάνει εκ νέου, αλλά με διαφορετικό τρόπο, στηΒούληση για γνώση,
επαναλαμβάνοντας για λογαριασμό του μια έννοια ηγεμονίας που
δεν μπορεί παρά να θυμίζει έντονα τον Γκράμσι: πράγματι, ζητού-
μενο είναι να σταματήσουμε να φανταζόμαστε τις τάξεις ως υπο-
κείμενα ή ως κάστες,54 και κυρίως να ενσωματώσουμε στον ίδιο τους
τον ορισμό τη συνθετότητα των σχέσεων εξουσίας, την πολλαπλό-
τητα των μορφών σύγκρουσης και αντίστασης,55 ώστε να βγούμε
από το σχήμα ενός «μεγάλου δυαδικού επιμερισμού»,56 όπου πε-
ριέχεται πάντα με ιδεατό τρόπο η αναγκαιότητα μιας τελικής κρί-
σης και μιας ανατροπής. Οι «κοινωνικές ηγεμονίες»,57 τα «ηγεμο-
νικά φαινόμενα» που δημιουργούν τις «μεγάλες κυριαρχίες»,58 η
συγκρότηση «ηγεμονικών εστιών» με αφετηρία τις οποίες ένα δίκτυο
πειθαρχικών θεσμών και πρακτικών εκτείνεται σε ολόκληρη την κοι-
νωνία59πρέπει να νοηθούν όχι ως δεδομένα αλλά ως αποτελέσματα
ή συνισταμένες, ως «καταληκτικές μορφές» που αποτελούν συγ-
χρόνως διαφορικές ή σχεσιακές μορφές.Ομοίως, οι επαναστάσεις
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
117
53.Στο ίδιο, σ. 221 κ.ε. [288 κ.ε.].
54.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σ. 125 [118].
55.Στο ίδιο, σ. 126 [119].
56.Στο ίδιο, σ. 127 [120].
57.Στο ίδιο, σ. 122 [116].
58.Στο ίδιο, σ. 124 [118].
59.Στο ίδιο, σ. 169 [158].
πρέπει να νοηθούν ως «στρατηγικές κωδικώσεις σημείων αντίστα-
σης»,60 με άλλα λόγια ως αποτελέσματα συγκυριακής ενοποίησης,
τα οποία δεν έχουν προκαθορισμένο χαρακτήρα.61 Εν ολίγοις, αυ-
τές οι διορθώσεις κατευθύνονται αναμφίβολα εναντίον του εσχα-
τολογικούφαντασιακού της ιστορίας, με το οποίο συνδέεται άρρηκτα
ο μαρξισμός, αλλά δεν είναι καθόλου ασύμβατες με τις στρατηγικές
αναλύσεις που έκανε οΜαρξ, όπως δεν αντιβαίνουν στην ιδέα του
επικαθορισμού που χρησιμοποίησε ο Αλτουσέρ για ανάλογους
σκοπούς κριτικής της «μαρξιστικής» τελεολογίας.
Από την άλλη, εκείνο που σηματοδοτεί μια απαραμείωτη
διαφορά είναι η ιδέα που προτείνει ο Φουκώ για τη δομή της κοι-
νωνικής σύγκρουσης. Η διαφορά δεν αφορά το διαζευτικό δί-
πολο του τοπικού και του σφαιρικού (μιας μικροφυσικής και
μιας μακροφυσικής της εξουσίας, τρόπον τινά), αλλά την αντί-
θεση που υπάρχει ανάμεσα σε μια λογική της σχέσης δυνάμεων,
σε σχέση με την οποία η «αντίφαση» δεν αποτελεί στην καλύτερη
περίπτωση παρά μια επιμέρους μορφολογία, και σε μια λογική της
αντίφασης, σε σχέση με την οποία η «σχέση δυνάμεων» συνιστά μό-
νο τη στρατηγική στιγμή. Για τονΜαρξ, όπως και για τονΦουκώ,
σε τελική ανάλυση, θα ήταν σωστό να ειπωθεί ότι «οι σχέσεις εξου-
ÉTIENNE BALIBAR
118
60.Στο ίδιο, σ. 127 [120].
61. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Λένιν, τον οποίο κάποια στιγμή ειρωνεύτηκε
ο Φουκώ σε σχέση με τη «θεωρία» του για τον «πιο αδύναμο κρίκο» της κυ-
ριαρχίας («Pouvoirs et stratégies», συζήτηση με τον Ζακ Ρανσιέρ, Les Révoltes
logiques, τχ. 4, Χειμώνας 1977 [«Εξουσίες και στρατηγικές», στο Μισέλ
Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Βάνιας, 2008, σσ.
165-182]) είχε γράψει από την πλευρά του: «αν κάποιος φαντάζεται ότι ένας
στρατός θα παραταχθεί σε κάποιον δεδομένο τόπο και θα πει: ‘είμαστε υπέρ
του σοσιαλισμού’, και ότι ένας άλλος στρατός, σε έναν άλλον τόπο, θα πει: ‘εί-
μαστε υπέρ του ιμπεριαλισμού’, και ότι έτσι θα γίνει η κοινωνική επανάσταση
(…), αυτός θα είναι επαναστάτης στα λόγια που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει κοι-
νωνική επανάσταση (OEuvres, τόμ. ΧΧΙΙ, σ. 383).
σίας δεν βρίσκονται σε εξωτερική θέση έναντι άλλων τύπων σχέ-
σεων, […] αλλά είναι εμμενείς σε αυτούς»,62 ή επίσης ότι «η εξου-
σία έρχεται από κάτω»,63 δηλαδή αντλεί όλη την αποτελεσματικό-
τητά της ή την πραγματικότητά της από τις συνθήκες εντός των
οποίων ασκείται· a fortiori, θα ήταν σωστό να ειπωθεί ότι «εκεί
όπου υπάρχει εξουσία υπάρχει και αντίσταση».64 Αλλά αυτές οι
θέσεις δεν γίνονται αντιληπτές με τον ίδιο τρόπο. Θα μπορούσαμε
να πούμε ότι ο Φουκώ τις αντιλαμβάνεται καθαρά με όρους
εξωτερικότητας, πράγμα που σημαίνει ότι οι «βλέψεις» που αν-
τιπαρατίθενται σε μια στρατηγική σύγκρουση μπορούν να κατα-
στραφούν, να εξουδετερωθούν, να ενισχυθούν αμοιβαία ή να τρο-
ποποιηθούν, όμως δεν σχηματίζουν ενότητα ή ανώτερη
ατομικότητα. Τουναντίον, για τον Μαρξ, η ανάπτυξη μιας σύγ-
κρουσης προϋποθέτει την εσωτερίκευση της ίδιας της σχέσης, με
αποτέλεσμα οι ανταγωνιστικοί όροι να γίνονται λειτουργίες ή φο-
ρείς αυτής της σχέσης: γι’ αυτό ακριβώς δεν είναι ουσιώδες για
τη μαρξιστική θεώρηση της ταξικής πάλης να περιγραφεί η κοι-
νωνία με εμπειρικούς όρους, ως καθ’ ολοκληρίαν προσδιοριζό-
μενη από «μια δυαδική και σφαιρική αντίθεση ανάμεσα σε κυ-
ρίαρχους και κυριαρχούμενους»,65 αλλά είναι ουσιώδες γι’ αυτήν
να νοούνται οι ταξικές σχέσεις ως ενδογενώς ασυμφιλίωτες, ως
σχέσεις από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν οι κυριαρχού-
μενοι παρά καταστρέφοντας την ίδια τη σχέση της καθυπόταξης,
με αποτέλεσμα να μετασχηματίζονται σε άλλα άτομα από εκείνα
τα οποία «συγκροτεί» η υφιστάμενη σχέση.66
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
119
62.Michel Foucault, La Volonté de savoir, ό.π., σσ. 123-124 [117].
63.Στο ίδιο, σ. 124 [117].
64.Στο ίδιο, σ. 125 [119].
65.Στο ίδιο, σ. 124 [117].
66. [Η εσωτερίκευση της σχέσης ως προϋπόθεση της αντίφασης είναι αυτό
ακριβώς που είχε απορρίψει ως θέση εγελιανή (και πέραν αυτού νεοπλα-
Παραδόξως, ίσως, αυτή η διαφορά –που έχει ως αποτέλεσμα,
στην περίπτωση του Φουκώ, να έχουμε πάντα την εντύπωση ότι
θα ήταν δυνατόν να μετατίθενται επ’ αόριστον οι όροι μιας σύγ-
κρουσης για να αναβληθεί η έκβασή της– παραπέμπει σε μια δια-
φορά αντίστροφης κατεύθυνσης σε σχέση με την πρακτική. Για
τονΜαρξ, η κατεξοχήν πρακτική είναι μια εξωτερική παραγωγή,
που παράγει τα αποτελέσματά της έξω από τον εαυτό της, και ως
εκ τούτου παράγει αποτελέσματα υποκειμενοποίησης (η σύγκρου-
ση αναπτύσσεται στο πεδίο των «παραγωγικών σχέσεων»). Του-
ναντίον, για τονΦουκώ η εξουσία είναι μια παραγωγική πρακτική
που δρα κατ’ αρχάς επί των ίδιων των σωμάτων, αποσκοπώντας
κατ’ αρχάς σε μια εξατομίκευση ή σε μια υποκειμενοποίηση
(οριακά σε μια «πρακτική εαυτού» ή σε μια πρακτική «του εαυτού»)
και παράγοντας, ως εκ τούτου, φαινόμενα αντικειμενικότητας ή
γνώσης. Εντέλει, η λογική του Φουκώ για τις σχέσεις δυνάμεων
βασίζεται στην ιδέα μιας ευπλαστότητας της ζωής, ενώ η μαρ-
ξιστική λογική της αντίφασης (που εσωτερικεύει τις σχέσεις δυ-
νάμεων) είναι αδιαχώριστη από μια εμμένεια της δομής.
Αυτή η εκτενής εξέταση, η οποία βασίζεται στην επανανάγνω-
ση ενός κειμένου του Μισέλ Φουκώ, μας επιτρέπει ίσως να αν-
τιληφθούμε κάπως πιο συγκεκριμένα τη σύνθετη μορφή υπό την
οποία παρουσιάζεται η σχέση του με τονΜαρξ, σε μια πράγματι
προνομιακή στιγμή. Αλλά πιστεύω ότι το συμπέρασμα μπορεί να
γενικευτεί. Η ίδια στρατηγική συνθετότητα, διαφορετικά οργα-
νωμένη, χαρακτηρίζει όλες τις φάσεις της εργασίας του, όπως
μπορούν να εντοπιστούν με βάση τα βιβλία του. Θα υποστήριζα
ÉTIENNE BALIBAR
120
τωνική) η σχολή τουΝτέλα Βόλπε, και κυρίως ο Λούτσιο Κολλέτι. Βλ. το δοκί-
μιό του «Contradiction dialectique et non-contradiction», στο Lucio Colletti,
Le déclin du marxisme, PUF,Παρίσι, 1984.]
ευχαρίστως ότι υπακούει σε ένα γενικό σχήμα, το οποίο όμως ε-
παναλαμβάνεται πολλές φορές, με το οποίο περνάμε από μια ρή-
ξη σε μια τακτική συμμαχία, όπου η πρώτη συνεπάγεται μια συ-
νολική κριτική του μαρξισμού ως θεωρίας και η δεύτερη μια
μερική χρήση διατυπώσεων που είναι είτε μαρξιστικές είτε συμ-
βατές με τον μαρξισμό.Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε ότι
οι διατυπώσεις αυτές είναι ολοένα και ολοένα και περισσότερο ει-
δικά μαρξιστικές.
Έτσι, με αντιφατικό τρόπο, η αντίθεση με τη «θεωρία» τουΜαρξ
δεν θα σταματήσει να βαθαίνει, ενώ η σύγκλιση με καθορισμένες
αναλύσεις και έννοιες τουΜαρξ θα γίνει πιο χαρακτηριστική. Να
προσθέσουμε ότι ο Φουκώ δεν χρησιμοποίησε περισσότερο τον
Μαρξ όταν τον παρέθετε περισσότερο, ούτε όμως επίσης πρότεινε
τις πιο ριζικές κριτικές του όταν τον διάβασε κατά το δυνατόν εγ-
γύτερα (το καθεστώς των παραθέσεων και των αναφορών θα ά-
ξιζε από μόνο του μια προσεκτική μελέτη).
Ο Φουκώ, όπως και οΜαρξ, και εντούτοις με τρόπο διαφο-
ρετικό από εκείνον (εξ ου και η αναγκαία αντιπαράθεσή τους),
πραγματοποίησε με απόσταση ενός αιώνα αυτό που ονομάζει «φι-
λοσοφικά θραύσματα σε ιστορικά εργοτάξια».67 Εδώ εμπλέκο-
νται οι ίδιες βαθμίδες: η φιλοσοφία υπό τη μορφή της φιλοσο-
φίας της ιστορίας (και δεν υπάρχει ενδεχομένως παρά μόνο μία,
ή μάλλον έχει ένα μόνο πρόβλημα: την ενικότητα της «αστικής»
κοινωνίας και των διαδοχικών πολιτικών μορφών της)· η ιστο-
ρία υπό τη μορφή της έρευνας και της ιστοριογραφίας (και υπάρ-
χουν προφανώς πολλές). Διατυπώνεται μονίμως, εδώ και έναν αι-
ώνα, το ερώτημα αν το εγχείρημα του Μαρξ πρέπει να θεωρηθεί
η ολοκλήρωση της φιλοσοφίας της ιστορίας ή η έναρξη μιας άλ-
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
121
67.L’Impossible Prison, Recherches sur le système pénitentiaire au XIXe siècle
réunies parMichelle Perrot, Seuil,Παρίσι, 1980, σ. 41.
λης σχέσης, μη φιλοσοφικής, με την ιστορία. Ο ίδιος ο Φουκώ
μετέχει σε αυτόν τον προβληματισμό. Αλλά, σε αντίθεση με τόσους
άλλους (μπαίνω στον πειρασμό να πω: σε αντίθεση με όλους τους
άλλους), αφού πρώτα διατύπωσε μια αμιγώς θεωρητική απάν-
τηση (αυτήν που μπορούμε να βρούμε στις διάσημες σελίδες του
βιβλίου Οι λέξεις και τα πράγματα για τις «τρικυμίες σε παιδική
λεκάνη», αναφορικά με τις διαμάχες ανάμεσα στην αστική οικονο-
μία και την επαναστατική οικονομία του 19ου αιώνα),68 την επα-
ναλαμβάνει υπό μία πρακτική μορφή, ξεκινώντας εκ νέου, με
βάση άλλα αντικείμενα σε μια άλλη συγκυρία, το άλμα της φιλο-
σοφίας στη μη φιλοσοφία, που ανακαλύπτει αίφνης ένα άλλο
πρόσωπο των φιλοσοφικών ερωτημάτων (των ερωτημάτων της
αλήθειας, της εξουσίας και της πρακτικής, των ερωτημάτων του
χρόνου και του υποκειμένου).
Συνεπώς, η ανάγνωση του Φουκώ αποτελεί μια προνομιακή
οδό, αν μας ενδιαφέρει να προσδιορίσουμε από ποια άποψη ο φι-
λοσοφικός μας ορίζοντας είναι αμετάκλητα μεταμαρξιστικός (με
τη διπλή έννοια του όρου). Αλλά μπορούμε να γίνουμε ακόμη πιο
τολμηροί. Αν είναι αλήθεια ότι οι τακτικές λόγου του Φουκώ μπο-
ρούν να αναλυθούν, κατά ένα σημαντικό μέρος, ως αντιμαρξι-
στικές τακτικές, πρέπει όντως να υπάρχουν κάποια κοινά διακυ-
βεύματα. Αν είναι αλήθεια ότι η μετατόπιση της φιλοσοφίας που
πραγματοποιείται από τονΜαρξ και από τον Φουκώ αφορά, με
δυο λόγια, την αναγκαιότητα στην οποία βρισκόμαστε εδώ και
έναν αιώνα τουλάχιστον, να περάσουμε από μια φιλοσοφία της
ιστορίας σε μια φιλοσοφία εντός της ιστορίας, πρέπει όντως, υπό
την αυστηρή μορφή μιας σειράς διλημμάτων (είτε Μαρξ, είτε
ÉTIENNE BALIBAR
122
68. Michel Foucault, Les Mots et les choses. Une archéologie des sciences
humaines, Gallimard, Παρίσι, 1966, σ. 274 [Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα
πράγματα, μτφρ. Κ.Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα, 1993 (1986), σ. 363].
Φουκώ), να σκιαγραφούνται οι δυναμικές γραμμές ενός θεωρη-
τικού πεδίου που μένει να οριστεί.Πρέπει αυτό το πεδίο, κατά κά-
ποιον τρόπο, να είναι ήδη εκεί, έχοντας ήδη διανυθεί και αποκτή-
σει ενικά χαρακτηριστικά.Ωστόσο, πρέπει ως έναν βαθμό, να μένει
να ανακαλυφθεί και να χαρτογραφηθεί.
Θα μπορούσαμε άραγε να πούμε ότι αυτό το πεδίο είναι ο «ι-
στορικός υλισμός»;Ως γνωστόν, οΜαρξ δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος
αυτήν τη διατύπωση για να προσδιορίσει τη φιλοσοφική θέση που
ενέχεται στην κριτική του ανάλυση για την καπιταλιστική κοινω-
νία, πέρασε όμως πολύ κοντά απ’ αυτήν και δεν την απέρριψε. Τε-
λικώς, περιγράφει λιγότερο άσχημα από οποιαδήποτε άλλη έκ-
φραση το νευραλγικό σημείο και τη θεμελίωση της φιλοσοφίας στο
αντικείμενο που παρέχει η θεωρία στον εαυτό της: υλικότητα της
ταξικής πάλης και επομένως της αντίφασης. Επομένως ανα-
γκαιότητα του ιστορικού μετασχηματισμού (χάρη στη δραστικό-
τητα της αντίφασης και εντός του πεδίου των κοινωνικών σχέσεων
που συγκροτούνται από την ταξική πάλη). Απ’ όπου διανοίγεται το
ακόλουθο φιλοσοφικό ερώτημα, το οποίο παραμένει απορητικό: εί-
ναι άραγε νοητή μια διαλεκτική που δεν θα ήταν πλέον η φαντα-
σιακή προεξόφληση του τέλους των αντιφάσεων αλλά η ανάλυση
της σημερινής τους κίνησης, στο πλαίσιο των εσωτερικών καθο-
ρισμών της; Στην καρδιά αυτής της δυσκολίας βρίσκεται η έννοια
της «κοινωνικής σχέσης», ή της αντίφασης ως δομής εμμενούς στις
σχέσεις δυνάμεων. Σε αυτήν την έννοια στηρίζεται η μαρξική ιδέα
του ιστορικού υλισμού.Ωστόσο, αυτήν ακριβώς την έννοια θα θέ-
τει, ολοένα και πιο ρητά, υπό αμφισβήτηση ο Φουκώ. Στο (προ-
σωρινό) πέρας της εξέλιξής του επ’ αυτού του ζητήματος (στοΕπι-
τήρηση και τιμωρία, τη Βούληση για γνώση και στα συναφή
κείμενα), οδηγείται σε θέσεις που δεν θα ήταν παράλογο να προσ-
διοριστούν κι αυτές επίσης με το όνομα του «ιστορικού υλισμού»,
αλλά οι οποίες αντιτίθενται όρο προς όρο προς εκείνες τουΜαρξ:
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
123
υλικότητα όχι της «κοινωνικής σχέσης», αλλά των μηχανισμών και
των πρακτικών της εξουσίας, στον βαθμό που αυτή ασκείται επί
των σωμάτων· ιστορικότητα όχι της αντίφασης (είτε νοηθεί ως ολο-
ποίηση των αγώνων είτε ως εσωτερίκευση της αναγκαιότητάς
τους) αλλά του συμβάντος –ως απίθανης συνισταμένης των στρα-
τηγικών καθυπόταξης και των πολλαπλών και εν μέρει ανεξέλεγ-
κτων αντιστάσεων. Απ’ όπου προκύπτει η φιλοσοφική απορία που
διανοίγεται τούτη τη φορά από τονΦουκώ: δεν έγκειται τόσο, κατά
τη γνώμη μου, στη δυσκολία να σκεφτούμε τονμετασχηματισμό με
αφετηρία μια «μικροφυσική της εξουσίας» (και συνεπώς με αστάθ-
μητους όρους), όσο στη δυσκολία που υπάρχει να στοχαστούμε την
ιστορικότητα με αφετηρία την υλικότητα του σώματος χωρίς να εγ-
γράψουμε εντούτοις το ιστορικό συμβάν και τις προσίδιες κατηγορίες
του στον ορίζοντα των μεταμορφώσεων της ζωής –ως άλλης μορ-
φής τελεολογία.
Αν ο ιστορικός υλισμός τουΜαρξ εξακολουθεί πάντα να στοι-
χειώνεται από την πνευματικότητα των φιλοσοφιών της ιστορίας
(η αντίφαση, η αναγκαιότητα, η εμμένεια της δομής ως ιδιότητα
του ιστορικού χρόνου σε επίπεδο λογικής ή λόγου), δεν θα μπο-
ρούσε να μην τεθεί το ερώτημα αυτού που, στον «υλισμό» και τον
«ιστορικισμό» τουΦουκώ, οδηγεί σε μια άμεση εγγύτητα με τον βι-
ταλισμό, για να μην πούμε με τον βιολογισμό.Θα μας απαντήσουν
αμέσως ότι είχε λάβει τα μέτρα του: με τον θετικισμό του (αυτή
τη λέξη που του προσήψαν απαξιωτικά, και της οποίας αντέ-
στρεψε τη χρήση), και ακόμη καλύτερα με τον νομιναλισμό του.
Διπλό το όφελος από αυτόν τον όρο: διότι όταν εφαρμόζει κανείς
έναν ιστορικό νομιναλισμό δεν διαλύει απλώς ριζικά διάφορες ιδε-
ατότητες όπως «το σεξ», «ο ορθός λόγος», «η εξουσία» ή «η αντί-
φαση», αλλά απαγορεύει επίσης στον εαυτό του να περάσει από
την υλικότητα των σωμάτων στην ιδεατότητα της ζωής, όταν άλ-
λοι δεν σταματούν να (ξανα)περνούν από την υλικότητα των κοι-
ÉTIENNE BALIBAR
124
νωνικών σχέσεων στην ιδεατότητα της διαλεκτικής. Ωστόσο, μια
απαγόρευση, ακόμη κι όταν τη διατυπώνει κανείς για τον εαυτό
του, δεν είναι παρά μια αμφίσημη προσταγή. Δεν καταργεί το ε-
ρώτημα, απλώς το απωθεί.
Κυρίως, όμως, η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί. Ας δώσου-
με εδώ, φανταστικά, τον λόγο στονΜαρξ: ισχυρίζεστε, ενάντια στην
υποστασιοκρατία κάθε αντίληψης για την εξουσία ως «πράγματος»
που ιδιοποιείται κανείς, ενάντια στον (νομικό) ιδεαλισμό που ταυ-
τίζει κάθε εξουσία με την απόρροια μιας ανώτατης αρχής, ότι συγ-
κροτείτε μια αναλυτική της εξουσίας η οποία διασαφηνίζει την αμι-
γώς σχεσιακή φύση της. Ωστόσο, όχι μόνο αναλύοντας την
καπιταλιστική εκμετάλλευση ως μια διαδικασία κατανάλωσης-ανα-
παραγωγής της εργασιακής δύναμης και ως μια συνεχή περίσσεια
επί των μορφών συμβολαίου και ανταλλαγής, δεν έκανα τίποτα
άλλο· αλλά άντλησα δυνητικά συνέπειες που υπέβαλαν εκ των
προτέρων σε κριτική τις αμφισημίες του «υλισμού» σας: συμφωνώ
απολύτως μαζί σας ότι τα ιστορικά άτομα είναι σώματα καθυπο-
ταγμένα σε πειθαρχίες, σε κανόνες και σε πολιτικές ρυθμίσεις, αλλά
υποστηρίζω ότι αυτά τα ίδια τα «σώματα», στην ταξική τους ενι-
κότητα (και γιατί όχι στην ενικότητα του φύλου, της γνώσης, του
πολιτισμού τους) πρέπει να νοηθούν με όρους σχέσεων.Οσυνεπής
νομιναλιστής –ο λιγότερο μεταφυσικός από τους δύο– είμαι εγώ.
Κατά την άποψή μου, το ζήτημα δεν είναι να αντιπαραβάλ-
λουμε τέτοιες έννοιες («σώματα» και «σχέσεις»), και οπωσδήποτε
όχι χωρίς να διερευνήσουμε περαιτέρω τις εκατέρωθεν συνεπα-
γωγές τους, αλλά μόνο να διασαφηνίσουμε το ερώτημα που δια-
τυπώθηκε προηγουμένως με αφηρημένους όρους. Στην κριτική
των φιλοσοφιών της ιστορίας, από τονΜαρξ έως τον Φουκώ, γί-
νεται πάντα λόγος για υλικότητα, και ως εκ τούτου για «υλισμό».
Όσο για την εννόηση του ιστορικού στοιχείου στην υλικότητά
του, ή ως «υλικού» στοιχείου, πρόκειται, όπως βλέπουμε, για ένα
ΦΟΥΚΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ. ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ
125
αμφίσημο εγχείρημα, που προσφέρεται για μεταστροφές.Μπο-
ρούμε να συμφωνήσουμε και να ονομάσουμε νομιναλισμό το
συμπλήρωμα υλισμού που είναι αναγκαίο για να απαγορευτεί σε
μια υλικότητα –οικονομική, πολιτική, λόγου– κάθε επιστροφή
προς τη μεταφυσική. Αλλά η σύγκριση τουΜαρξ και του Φουκώ
δείχνει ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι για να είναι κανείς
νομιναλιστής. Συνεπώς, υπάρχουν δύο τρόποι για να εφαρμόζει
κανείς τη φιλοσοφία εντός της ιστορίας, εν αντιθέσει προς τις φι-
λοσοφίες της ιστορίας.
Η τύχη της φιλοσοφίας κρίνεται σήμερα, σε ό,τι αφορά τη
σχέση της με την ιστορική γνώση, στην απόκλιση, στην ενεργό
αντίθεση αυτών των δύο (τουλάχιστον) τρόπων. Είναι λοιπόν τε-
ράστιο πλεονέκτημα να μπορούμε να στηριζόμαστε στις εργασίες
τουΜισέλ Φουκώ: αντί να μηρυκάζουμε τονΜαρξ, αντί να πα-
ραμένουμε δέσμιοι της διφορούμενης αναζήτησης για να βρούμε
ένα σημείο στήριξης στονΜαρξ, προκειμένου να προβούμε σε μια
κριτική του Μαρξ, διαθέτουμε σήμερα δύο θεωρητικά σύνολα,
συγχρόνως χωριστά και κατ’ ανάγκην αντιθετικά, και επομένως
ένα σημείο αίρεσης * γύρω από το οποίο μπορούμε να διατυπώ-
σουμε τα ερωτήματα μιας γνώσης.
ÉTIENNE BALIBAR
126
* Σχετικά με το «σημείο αίρεσης», έννοια την οποία δανείζεται ο Μπαλι-
μπάρ από τον Φουκώ, βλ. Michel Foucault, Les mots et les choses, ό.π., σσ.
115-116, 194, 204 [156-157, 260, 273]. (Σ.τ.Μ.)
ΤΟ
ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ
ÉTIENNE BALIBAR
Ο ΦΟΒΟΣ ΤΩΝ ΜΑΖΩΝ.
ΣΠΙΝΟΖΑ, ΜΑΡΞ, ΦΟΥΚΩ
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΣΤΟ ΠΛΕΘΡΟΝ
ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΕ XIΛIA ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ
ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡIO ΤΟΥ 2010
ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΝΙΚΑ
ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
ΠΛΕΘΡΟΝ
επιμέλεια έκδοσης:
Λουκάς Ρινόπουλος

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πολιτική| εργασία | κινήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s