«ελληνική εξαίρεση» ή Τάξη εναντίον τάξης;

Δεκατρία πράγματα για τα «22 Πράγματα»: σχόλιο με αφορμή 

τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου των Χρήστου Λάσκου και Ευκλείδη Τσακαλώτου
22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι (ΚΨΜ)

 

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

 

1. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν κατέρρευσαν υπό το βάρος της καταστροφής που προκάλεσαν – αντίθετα, συνεχίζουν να αξιοποιούν την κρίση ως ευκαιρία, όπως μας είχαν προειδοποιήσει εξαρχής, ενσωματώνοντας πια στον λόγο τους τα δεινά, λες και τα προκάλεσαν άλλοι. Το γεγονός αυτό υποχρεώνει την αντίπαλη πλευρά, τη δική μας, να βρει ακόμα πιο διαυγείς διατυπώσεις. Όχι πια για μια περιγραφή του προβλήματος ή απλώς για την ερμηνεία του· αλλά για μια ερμηνεία που να αποκαλύπτει όσα παραγνωρίζει και κρύβει ο ιδεολογικός λόγος των «πρακτικών» νεοφιλελεύθερων, και από την οποία να προκύπτουν θέσεις μάχης: μια πολιτική για τη διέξοδο. Όχι λοιπόν διεκτραγώδηση των δεινών, ούτε όμως και ένα τεχνικό επιχείρημα από ειδικούς για ειδικούς: ο Μαρξ, γράφει κάπου ο Λάσκος, δεν ήταν οικονομολόγος ή «επιστήμων» γενικώς – και η οικονομία, υπερθεματίζει αλλού ο Τσακαλώτος, είναι σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους οικονομολόγους. Εδώ έγκειται, νομίζω, η σπουδαία συμβολή των 22 Πραγμάτων: όπως και στο Χωρίς Επιστροφή, οι συγγραφείς μιλούν για την οικονομική κρίση επαναπολιτικοποιώντας την οικονομία, δηλαδή απομυστικοποιώντας την, και συνεπώς «εμπλέκοντας» στο πρόβλημα και στις λύσεις τούς κατεξοχήν ενδιαφερόμενους, που τυγχάνουν μη οικονομολόγοι.

 

2. Το επίτευγμα αυτό έχει μια βασική προϋπόθεση: τη μεροληψία στη θεωρία και την πολιτική. Οι Λάσκος και Τσακαλώτος δεν μιλούν ως εξωτερικοί ή ουδέτεροι απέναντι στο αντικείμενό τους, αλλά από τη σκοπιά του μαρξισμού και από το εσωτερικό ενός συγκεκριμένου ιδεολογικοπολιτικού ρεύματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μεροληπτώντας, και δοκιμάζοντας τις παραδοχές τους στην εμπειρία μιας εικοσαετίας εκσυγχρονιστικών πειραμάτων, που άφησαν την ελληνική κοινωνία εκτεθειμένη στη δίνη της κρίσης, οι συγγραφείς είναι ασύγκριτα πιο κοντά στην πραγματικότητα απ’ ό,τι οι αμερόληπτοι, υποτίθεται, οικονομικοί αναλυτές, που όπως διεθνώς, έτσι και στη χώρα μας, δεν έπαψαν να ξορκίζουν τις «στρεβλώσεις» της πολιτικής και τις ιδεοληψίες (των άλλων), για να αποκαλυφθεί η μοναδική αλήθεια των «αγορών» – και να ανακαλύψουμε, στο τέλος της μέρας, ότι τελικά δεν ξέρουν τι (τους) γίνεται.

 

3. Στην Ελλάδα της Καθημερινής, του Ι.Ο.Β.Ε., του ΚΕ.Π.Ε. και άλλων ακόμα περιώνυμων της αστικής οικονομικής ανάλυσης, που υποστήριξαν με τον ίδιο ζήλο τον νεοφιλελεύθερο «εκσυγχρονισμό» όπως και την «εθνική σωτηρία» των μνημονίων, εξαφανίζοντας από τον δημόσιο λόγο τάξεις, κράτος και τελικά τη «λεπτομέρεια» της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, είχαμε μια ακόμα ευκαιρία να δούμε ότι τίποτα στην κρίση αυτή δεν συνιστά «ελληνική εξαίρεση». Γιατί και σε διεθνές επίπεδο, ενώ απ’ τα τέλη κιόλας της ανύποπτης δεκαετίας του ’90, μαρξιστές όπως ο Robert Brenner τόνιζαν ότι η αντιμετώπιση της πτώσης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, στα τέλη του ’60, δημιουργούσε τους όρους μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή, έγκυροι οικονομικοί αναλυτές και μέσα-πρότυπα των δικών μας, όπως οι Financial Times, διαβεβαίωναν, ακόμα και εν έτει 2007, ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας αν η αγορά των subprimes είναι λιγάκι στα κάτω της.1 Μετά ήρθε η παγκόσμια κρίση.

 

4. Δεν ήταν όμως μόνο γι’ αυτά που χρειαζόμασταν –αυτοτελώς και ως «αντίδοτο» στον κυρίαρχο λόγο– τα 22 Πράγματα. Πέρα από την επιχειρηματολογία της συλλογικής ενοχοποίησης για την «ελληνική εξαίρεση», και πέρα από τους οδυρμούς των δικών μας ελίτ για το διογκούμενο χρέος στην «τελευταία σοβιετική χώρα στον κόσμο», η κρίση ανέδειξε προβλήματα και στην Αριστερά. Γιατί, αν μια κρίση στον καπιταλισμό θα ήταν, κατά κοινή (;) λογική, ευκαιρία να τεθεί το ζήτημα της υπέρβασής του, η πρώτη συνέπεια της κρίσης αυτής στο «σώμα» της Αριστεράς ήταν, αντίθετα, η όξυνση της δικής της κρίσης· ακόμα και στο εσωτερικό της, έτσι, θα εμφανίζονταν φωνές που αναρωτιούνταν: έχει αλήθεια νόημα να μιλάμε ακόμα για «Αριστερά» όπως παλιά; Χρειαζόμασταν λοιπόν τα 22 Πράγματα, όπως και το Χωρίς Επιστροφή: γιατί στο πλαίσιο της Αριστεράς, ιδίως μετά τη διπλή διάσπαση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το 2010, ενισχύονταν επικίνδυνα η σύγχυση και οι τάσεις «επιστροφής στα βασικά» των διαφόρων ρευμάτων της· της επιστροφής στις αναλυτικές παραδοχές που τις τελευταίες δεκαετίες συνδέθηκαν με βαριές ήττες της Αριστεράς, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

 

5. Αξίζει να μείνουμε λίγο περισσότερο εδώ: Για την «Ανανεωτική Πτέρυγα» του ΣΥΝ και μετέπειτα ΔΗΜ.ΑΡ., η κριτική (sic) αποδοχή της μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης, το 2010, ήταν από αναγκαίο πλην εκσυγχρονιστικό κακό μέχρι τεκμήριο μεταρρυθμισμού και ευρωπαϊσμού: όσοι δεν έβλεπαν ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού», ήταν δέσμιοι της ανευθυνότητας και του αριστερισμού τους – και η ανανεωτική Αριστερά πάντα απεχθανόταν τα «αριστερόμετρα». Για το Κ.Κ.Ε., η ελληνική κρίση επιβεβαίωνε τις προβλέψεις (του) για τη θύελλα που φέρνει ο «ευρωμονόδρομος». Αλλά πέρα από αγώνες περιχαράκωσης, το ίδιο αρκούνταν στην εκτίμηση ότι «η αστική διαχείριση θα δυσκολευτεί ακόμα περισσότερο […] όταν κορυφωθεί ο επόμενος κρισιακός κύκλος, όταν επέλθει η επόμενη φάση ύφεσης».2 Κι αυτό, την ώρα που ξεκινούσε η σοβαρότερη καπιταλιστική κρίση από το 1929…

 

6. Την ίδια στιγμή, διανοούμενοι και σημαντικά τμήματα της Αριστεράς, από το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού ώς τις διάφορες εκδοχές της εθνικοανεξαρτησιακής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, έθεταν –και θέτουν– ως μείζον τη (μεμονωμένη) κήρυξη στάσης πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. Το βασικό στη συλλογιστική αυτή είναι η Ελλάδα (γενικώς) ή μια κυβέρνηση της Αριστεράς (ειδικότερα) να μπορέσει να ασκήσει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική (εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης…), ελπίζοντας άλλες χώρες της Ε.Ε. να τη μιμηθούν και να διεκδικήσουν το ίδιο. Ώς τότε δε, να φροντίσει για την αποκατάσταση της πληγείσας, εντός Ευρωζώνης, ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας. Για τη συλλογιστική αυτή, η αναζήτηση ενός διεθνικού πεδίου για την αντιμετώπιση προβλημάτων όλο και πιο κοινών διεθνώς δεν ήταν (και δεν είναι) παρά αυταπάτη για μια «καλύτερη Ε.Ε.» και «ένα καλύτερο ευρώ».

 

7. Στον αντίποδα λοιπόν των αναλύσεων που εθνικοποιούσαν την κρίση, αναδεικνύοντας τα διαρθρωτικά προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, εμμένοντας στην αναλυτική προτεραιότητα του ελλείμματος και του χρέους, και προσφέροντας οριακές πολιτικές εξηγήσεις, με αντιστοιχήσεις σε ανεδαφικές κοινωνικές συμμαχίες (λόγος περί «προδοτών», «νέας γερμανικής Κατοχής», «κυβέρνησης Κουίσλινγκ» κ.λπ.), ωθώντας εντέλει στα άκρα τα θεωρητικά σχήματα της υπανάπτυξης και της εξάρτησης, που επί δεκαετίες «εκπαίδευαν» χιλιάδες αγωνιστές της ελληνικής Αριστεράς, οι Λάσκος και Τσακαλώτος έδειχναν έναν άλλο δρόμο, μαζί με την πλειοψηφία του τότε Συνασπισμού. Το επιχείρημα ήταν ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εμπλέξει συνειδητά την ελληνική κοινωνία στην περιπέτεια του Μνημονίου· όχι «προδίδοντάς» τον ελληνικό λαό (στην πολιτική, όπως και στον έρωτα, προδίδουμε μόνο εκεί που υπάρχουν δεσμοί και προσδοκίες), αλλά προσφέροντας στο ευρωπαϊκό κεφάλαιο ένα ιδανικό πειραματόζωο, και ανοίγοντας στην Ευρώπη τον δρόμο για την επιβολή των πιο άγριων ταξικών πολιτικών ενός ολόκληρου αιώνα.

 

8. Αυτό ήταν και ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Χωρίς Επιστροφή, του βιβλίου που προηγήθηκε των 22 Πραγμάτων. Κι αυτό που υποστήριζαν εκεί οι δύο συγγραφείς ήταν ότι η εν εξελίξει κρίση είναι μια παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, για την ανάσχεση της οποίας, η μόνη «κοινά» αποδεκτή συνταγή, εν μέσω ανταγωνιστικών στρατηγικών, είναι η ένταση της εκμετάλλευσης· στα συμφραζόμενα της διαδικασίας αυτής, η αποκατάσταση της κερδοφορίας δεν θα περάσει, συνέχιζαν, από τη δημιουργία πλούτου, αλλά από την απαίτηση για «περισσότερο» και πιο «καθαρό» καπιταλισμό: από την υπαγωγή, συνεπώς, δημόσιων-μη εμπορευματικών αγαθών στη σφαίρα του εμπορεύματος, και από την άρση, χάριν του κέρδους, κάθε προστασίας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου – και μάλιστα με όρους ζωής ή θανάτου του συστήματος. Με αυτή την έννοια λοιπόν, πρώτον, δεν είναι πλέον νοητή η επιστροφή στη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού (1942-68) και στα χρόνια της κεϋνσιανής συναίνεσης· αντίθετα, στο πλαίσιο της παρούσας κρίσης θα τεθεί αναγκαστικά σε κίνηση μια εκτεταμένη διαδικασία καταστροφής κεφαλαίου, ώστε το σύστημα να περάσει σε μια νέα φάση συσσώρευσης. Δεύτερον, στα συμφραζόμενα αυτά, η υπεράσπιση των πλέον βασικών κοινωνικών αγαθών θα εμπλέξει σε σκληρές συγκρούσεις πλειοψηφικά κοινωνικά τμήματα, στην Ευρώπη και διεθνώς, ξαναφέρνοντας στην ημερήσια διάταξη με συγκεκριμένο τρόπο, όχι δηλαδή προπαγανδιστικά, το ζήτημα της ανατροπής του καπιταλισμού. Είναι αυτό ακριβώς το ζήτημα που υποχρεώνει την Αριστερά να αναζητά λύσεις κοινές – όχι δηλαδή εθνικές.

 

8. Το Χωρίς Επιστροφή στήριξε την επιχειρηματολογία του σε μια αναδρομή από τον Κέυνς στη Θάτσερ· αναλύοντας τη συγκεκριμένη κατάσταση της ελληνικής κρίσης, όντας δηλαδή μοιραία πιο «ελληνοκεντρικά», τα 22 Πράγματα καταδεικνύουν το ανυπόστατο των ισχυρισμών περί κρίσης-«ελληνικής εξαίρεσης», βρίσκοντας στον εν Ελλάδι κυρίαρχο λόγο περί κρίσης, παραλλαγές της νεοφιλελεύθερης επιχειρηματολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70, προς διάσωση του θατσερικού «δεν υπάρχει εναλλακτική». Με 22 διαφορετικούς λοιπόν τρόπους, οι συγγραφείς δίνουν τις συντεταγμένες μιας απολύτως ιδεολογικής στάσης των νεοφιλελεύθερων δημοσιολόγων απέναντι στα πράγματα. Το θέμα δεν είναι ότι «λένε ψέματα», εξού και νομίζω ότι οι συγγραφείς προτιμούν να μιλούν για «πράγματα» και όχι για «ψέματα». Το ζήτημα είναι ότι ο λόγος τους παραγνωρίζει και κρύβει το βασικό: ότι η επικράτηση του θατσερισμού και των παραφυάδων αυτού και στην Ελλάδα –όχι δηλαδή τα «εμπόδια» στην εφαρμογή τους όπως ισχυρίζονται εκσυγχρονιστές της Δεξιάς και της Αριστεράς– έχουν στο ακέραιο την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση.

 

9. Μετατρέποντας τα αυτονόητα του νεοφιλελευθερισμού σε ερωτήματα, και «ελέγχοντάς» τα με βάση την εμπειρία μιας εικοσαετίας νεοφιλελεύθερου πειραματισμού χωρίς ισχυρό αντίπαλο, οι Λάσκος και Τσακαλώτος αναδεικνύουν τους βασικούς κόμβους μιας προσπάθειας «ελληνοποίησης»/εθνικοποίησης της παγκόσμιας κρίσης αλλά και της κρίσης της Ευρωζώνης. Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για την απόδοση των αιτιών της ελληνικής κρίσης στην εθνική ιδιοτυπία/καχεξία – μια απόπειρα που δύσκολα κρύβει έναν συμπλεγματικό εθνικισμό, επιστρατευμένο παραδόξως (;) στην υπόθεση της παραμονής της χώρας στην «ευρωπαϊκή οικογένεια».

 

10. Έχει ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ορισμένοι από τους κόμβους στην προσπάθεια εθνικοποίησης της κρίσης, που επιχειρεί ο κυρίαρχος λόγος, συναντούν παραδοχές ή συμπεράσματα και μιας ορισμένης Αριστεράς, την οποία ο λόγος μέμφεται ως «λαϊκίστικη» – και η οποία κινείται στην πραγματικότητα μεταξύ οικονομισμού, λαϊκομετωπισμού και κρατισμού. Ο «υπανάπτυκτος» ελληνικός καπιταλισμός, το «δεν παράγουμε τίποτα ως χώρα» ή η ανησυχία για το «μεγάλωμα της πίτας» («ανάπτυξη»), αν και απηχούν διαμάχες που, οριακά, μας μεταφέρουν σε ενδοαριστερές συγκρούσεις χρονολογούμενες από τη δεκαετία του ’30 («αστικοτσιφλικάδικη» ανάπτυξη, «κομπραδόρικος» καπιταλισμός, αστικοδημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα κ.λπ.), αποτελούν ταυτόχρονα τόπους της αναπάντεχης αυτής σύγκλισης.

 

11. Σε κάθε περίπτωση, τα 22 Πράγματα γράφτηκαν με κύριο μέλημα την αποδόμηση του κυρίαρχου λόγου: των επιχειρημάτων περί υστέρησης του ελληνικού καπιταλισμού (από την οποία συνάγεται η απαίτηση για την επέκτασή του), περί ανυπαρξίας εργατικής τάξης στην Ελλάδα, περί ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς στη μεταπολίτευση, περί ανομικής κουλτούρας και συντεχνιών που εμπόδισαν τον εκσυγχρονισμό, περί του υπέρογκου αντι-αναπτυξιακού κράτους κ.ο.κ. Αυτό που εντούτοις έχει λιγότερο προσεχτεί, κατά τη γνώμη μου, είναι η προσπάθεια αποδόμησης ειδικά του λόγου περί ευρώ. Για να επανέλθω στα της Αριστεράς: Είναι, άραγε, η επιχειρηματολογία των Λάσκου και Τσακαλώτου ένα «νυν υπέρ πάντων ο αγών» για την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη; Μήπως, παρά τις μαχητικές διατυπώσεις τους, αφήνουν «ανοιχτό το ενδεχόμενο όχι ενός θορυβώδους “Μπαντ Γκόντεσμπεργκ” αλλά πολλών αθόρυβων, που θα μπορούσαν να μετατοπίσουν το χώρο [της ριζοσπαστικής Αριστεράς] προς την “κοινωνική οικονομία της αγοράς”»;3 Καθώς ενόψει ευρωεκλογών η συζήτηση περί ευρωπαϊσμού και ευρωσκεπτικισμού ξανανοίγει (αν υποθέσουμε ότι σταμάτησε και ποτέ μια πενταετία τώρα…), αξίζει να δούμε το μέρος της επιχειρηματολογίας του 21ου «Πράγματος» στο υπό συζήτηση βιβλίο. Είμαστε, λοιπόν, χαμένοι χωρίς το ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο κυρίαρχος λόγος – και όπως χρεώνει στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. η εξ αριστερών (;) κριτική;

 

12. «Το φόβητρο της εξόδου», γράφουν οι Λάσκος και Τσακαλώτος, «από την αρχή είχε στόχο να βραχυκυκλώσει την όποια ουσιαστική συζήτηση σχετικά όχι μόνο με τον προφανώς καταστροφικό μονόδρομο, στον οποίο η ελληνική κοινωνία εγκλωβίστηκε, χωρίς στην πραγματικότητα να ερωτηθεί ποτέ, αλλά και σε ό,τι αφορά το ερώτημα “ποια Ευρώπη θέλουμε” – αλλά και “ποια Ευρώπη δεν θέλουμε καθόλου”». Και συνεχίζουν: «Η έξοδος δεν μπορεί να αποτελεί ταμπού –και άρα να αξιοποιείται ως φόβητρο–, παρ’ όλο που έχουμε πλήρη συνείδηση ότι το κόστος μιας επαναφοράς σε εθνικό νόμισμα θα είναι μεγάλο, σίγουρα βραχυπρόθεσμα και ίσως και μακροπρόθεσμα, και παρ’ όλο που έχουμε συστηματικά υποστηρίξει ότι οι αριστερές αξίες και οι αριστερές πολιτικές (για τον κοινωνικό έλεγχο των τραπεζών, για τη ρύθμιση των χρηματαγορών, για την προστασία του κοινωνικού κράτους [και] πολύ περισσότερο για τον αναγκαίο ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, το σοσιαλισμό, και το άνοιγμα του δρόμου για τον κομμουνισμό) μπορούν βάσιμα να υλοποιηθούν σε μεγάλες επικράτειες».4

 

13. Αντίθετα με τα θρυλούμενα, λοιπόν, το «μέσα ή έξω από το ευρώ» δεν είναι ζήτημα που απαντιέται με «τεχνική» οικονομική επιχειρηματολογία που ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά – αν και στο βιβλίο προσφέρεται και τέτοια. Αυτό που καθορίζει την απάντηση είναι η στρατηγική, δηλαδή η πολιτική. Και στην περίπτωσή μας, μια πολιτική μη δογματική, αλλά κοινωνικά μεροληπτική, συζητά μαζί με το επιχείρημα και τις προϋποθέσεις της ενδεχόμενης αναθεώρησής του. Ακριβώς με όρους στρατηγικής, θυμίζουν οι συγγραφείς, το εθνοκρατικό πεδίο ήταν ακατάλληλο ήδη από τα χρόνια που οι ρώσοι κομμουνιστές προσδοκούσαν την επανάσταση στη Γερμανία, ώστε να είναι βιώσιμο το δικό τους επαναστατικό εγχείρημα. Η ακαταλληλότητα αυτή, λοιπόν, είναι που ακυρώνει την αξίωση της (εθνοκεντρικής) πρότασης της εξόδου να εκπροσωπεί την «εξ αριστερών» κριτική. Στην ελληνική περίπτωση, εξάλλου, η Αριστερά δεν έχει να περιμένει απλώς εξελίξεις στη Γερμανία. Αντίθετα, τουλάχιστον στις πλειοψηφικές εκδοχές της, κατανοεί ότι η περίφημη σύζευξη «εθνικού-διεθνικού» είναι η νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα για την πυροδότηση ανάλογων εξελίξεων στην Ευρώπη. Για να είναι όμως αυτό εφικτό, αυτή η Αριστερά πρέπει να τελειώνει με τον λόγο περί «εθνικής εξαίρεσης», ακριβώς τη στιγμή που οι κυρίαρχοι, εντός και εκτός συνόρων, υλοποιούν με ζήλο το «τάξη εναντίον τάξης».

http://chronosmag.eu/index.php/e-ppes-gspls-ll-xs-x-x.html 

 

ΧΡΟΝΟΣ 12 (04.2014)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under πολιτική| εργασία | κινήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s